Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2020

Αόρατοι φόβοι

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Ο Hao Jin δούλευε σε ένα επαρχιακό κινέζικο εργοστάσιο που παρασκεύαζε ιατρικές «μάσκες προσώπου». Όταν παραιτήθηκε τον προηγούμενο χρόνο από τη δουλειά, και επειδή η εταιρεία δεν μπορούσε να καταβάλει όλο το ποσό της πληρωμής του, ο Hao Jin έλαβε ως συμπληρωματική «αποζημίωση» 15.000 μάσκες. Πήρε τις μάσκες σπίτι του και τις παράτησε εκεί μέχρι που ξέσπασε η επιδημία του κορωνοϊού[1] στην περιοχή της Ουχάν. Όταν άκουσε πως υπάρχει έλλειψη στο είδος, κράτησε μερικές μάσκες για την οικογένεια και για τους συγχωριανούς του,  ενώ τις υπόλοιπες τις χάρισε στους κατοίκους της περιοχής.[2] Είναι ένα δείγμα ανθρωπιάς, που μέσα στην απομονωμένη Ουχάν πήρε άλλες διαστάσεις, καθώς τα σχετικά αποθέματα έχουν ήδη εξαντληθεί. Η ιατρική «μάσκα προσώπου», αυτό το σύμβολό της ιδιωτικής υγιεινής και της ατομικής προνοητικότητας, έχει αρχίσει να γίνεται το πιο περιζήτητο κομμάτι ύφασμα σε πολλές περιοχές της Κίνας ∙ και όχι μόνο. Στις μεγάλες πρωτεύουσες της Δύσης και της Ανατολής, η εικόνα του πλήθους που φοράει ιατρικές «μάσκες προσώπου» στην καθημερινή του μετακίνηση, είναι πλέον ολοένα και πιο συχνή. Η εικόνα είναι επίσης ενδεικτική και για τις ψυχολογικές αντιδράσεις απέναντι στην απειλή της νέας νόσου. Ήδη στο Διαδίκτυο, οι επιστημονικές και οι ψευδο-επιστημονικές ιατρικές συμβουλές για τις ιατρικές μάσκες εναλλάσσονται αντιφατικά,[3] ενισχύοντας την αβεβαιότητα των πολιτών, που καλύπτουν προσωρινά τα πρόσωπά τους αλλά όχι και τους αόρατους φόβους τους.

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, οι ιοί, όπως πρόσφατα παρατηρούσε ο Παντελής Μπουκάλας, μετατρέπουν τα σύγχρονα ΜΜΕ σε «ξενιστές»[4] για την επικράτηση του γενικευμένου άγχους και του κοινωνικού φόβου. Συνειδητοποιώντας ότι βρίσκονται διαρκώς εκτεθειμένοι σε μια μάζα «άγνωστων», μη αναγνωρίσιμων και ίσως απεριόριστων φορέων του ιού, χιλιάδες συμπολίτες μας συσπειρώνονται γύρω από ποικίλες διαδικτυακές κοινότητες, για να διαχειριστούν τη σχέση ανάμεσα στην ατομική αίσθηση και την κοινωνική διαχείριση του φόβου.[5] Ο φόβος, ιδιαίτερα εκείνος ο οποίος αφορά τους ιούς (και άρα το ενδεχόμενο μαζικών θανάτων), είναι μια συναισθηματική διεργασία που εγκαθιδρύει νέες πολιτισμικές ιεραρχίες και στερεότυπα, ευνοεί τον κοινωνικό αποκλεισμό και στιγματισμό, ενισχύει την ανορθολογική κινδυνολογία και τις «θεωρίες συνωμοσίας», ενώ παράλληλα παράγει νέους αφηγηματικούς τρόπους και εξιστορήσεις γύρω από την υποκειμενική και συλλογική εμπειρία της απειλητικής νόσου. Στον καιρό του Διαδικτύου, η «γλώσσα του άγχους» αποκτά τα νέα δικά της χαρακτηριστικά, ακριβώς επειδή ο ιός είναι καινούργιος και αόρατος.

Καθώς έμπαινε ο 21ος αιώνας, στο έξοχο βιβλίο της, η Σούζαν Σόνταγκ έθετε το καίριο ερώτημα αν η συνεχής οπτική αναπαράσταση και παρατήρηση του πόνου των Άλλων[6] μάς αφυπνίζει και μάς κινητοποιεί ή αν τελικά μάς οδηγεί τελικά σε μια συμπονετική αλλά μάλλον κοινότοπη αποστασιοποίηση και αδιαφορία. Το ερώτημα είναι ξανά επίκαιρο. Πράγματι, το Διαδίκτυο «έσπασε» την καραντίνα της απομονωμένης Ουχάν με ενθαρρυντικά μηνύματα υποστήριξης:  «Wuhan, jiayou» (Κράτα γερά, Ουχάν!) Ωστόσο, παράλληλα με την εμφάνιση του κορωνοϊού, μια νέα επιδημία σαρώνει τα νέα κοινωνικά δίκτυα: η εκμετάλλευση του ιού για διαφημιστικούς λόγους, η παραγωγή fake news για τη δημόσια υγεία, τα ρατσιστικά και αντι-μεταναστευτικά σχόλια για συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού. Για άλλη μια φορά, οι φήμες και ο πανικός έχουν δημιουργήσει τη δική τους «ιο-πολιτική» (viral politics) που εξαπλώνεται στο Facebook, στο Twitter και στο Instagram πιο γρήγορα και από την ίδια τη νόσο. Η διάνοιξη πολλών και μικρών κυβερνοχώρων «επιβιωτισμού», ο ιομορφικός διαμοιρασμός της πληροφορίας (virality)[7] αλλά και το παρασιτικό συμπλήρωμά της αυτό-προβολής και του life-style,[8] διαμορφώνουν μια νέα σχέση ανάμεσα στον ιό της νόσου και στον ιό της πληροφορίας. Από τον Hao Jin έως τον influencer Fitness Oskar,[9] που φιλάει την κοπέλα του φορώντας μια ιατρική «μάσκα προσώπου», η απόσταση είναι μικρή και ταυτόχρονα μεγάλη. Δεν πρόκειται βέβαια για την απόσταση που χωρίζει την Ανατολή από τη Δύση αλλά για την απόσταση που χωρίζει την αλληλεγγύη από τον κυνισμό, την ώρα που η απρόβλεπτη θνησιμότητα των Άλλων συνδέεται με την κοινή μας θνητότητα.

[1] Για την ορθογραφική αποτύπωση του ιού στην καθομιλουμένη βλ.  https://www.iefimerida.gr/ellada/koronaios-i-koronoios-i-mipos-telika-koronoios

[2] https://www.bbc.com/news/world-asia-china-51276496

[3] https://www.wsj.com/articles/chinese-authorities-promote-face-masks-but-some-experts-question-them-11580422149

[4] https://www.kathimerini.gr/1062454/opinion/epikairothta/politikh/h-die8nhs-twn-iwn

[5] Βλ. σχετικά, Joanna Bourke, Φόβος. Στιγμιότυπα από τον πολιτισμό του 19ου και του 20ού αιώνα, μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, Σαββάλας, Αθήνα, 2011, ιδίως σ. 489-493.

[6] Susan Sontang, Παρατηρώντας τον πόνο των Άλλων, μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας, Scripta, Αθήνα, 2003.

[7] Για τους όρους βλ. σχετικά το άρθρο του Μήτσου Μπιλάλη, «Ιο-πολιτική και ιστορική κουλτούρα», διαθέσιμο στο : http://www.chronosmag.eu/index.php/plls-pl-s-l.html

[8] https://www.lifo.gr/now/media/268508/koronaios-katakraygi-gia-toys-influencers-toy-instagram-poy-xrisimopoioyn-ton-io-gia-tin-provoli-toys

[9] https://www.dailymail.co.uk/news/article-7949457/Instagram-influencers-hijack-coronavirus-hashtag-increase-followers.html

* * *

* Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 



from dimart https://ift.tt/2uZvpvG
via IFTTT

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020

Το ποίημα της εβδομάδας 29/1

Η «Κλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κι η «Θεοδώρα»

—Αλέξανδρος Μπάρας—

Ένα κάθε βδομάδα,
στην ορισμένη μέρα,
πάντα στην ίδιαν ώρα,
τρία βαπόρια ωραία,
η «Kλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κι η «Θεοδώρα»,
ανοίγουνται απ’ την προκυμαία
στις εννέα,
πάντα για τον Περαία,
το Μπρίντιζι και το Τριέστι,
πάντα.

Xωρίς μανούβρες κ’ ελιγμούς
και δισταγμούς
κι’ ανώφελα σφυρίγματα,
στρέφουνε στ’ ανοιχτά την πρώρα,
η «Κλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κι η «Θεοδώρα»,
σαν κάποιοι καλοαναθρεμμένοι
που φεύγουν από ένα σαλόνι
χωρίς ανούσιες χειραψίες
και περιττές.

Ανοίγουνται απ’ την προκυμαία
στις εννέα,
πάντα για τον Περαία,
το Μπρίντιζι και το Τριέστι,
πάντα –και με το κρύο και με τη ζέστη.

Πάνε
να μουντζουρώσουν τα γαλάζια
του Αιγαίου και της Μεσογείου
με τους καπνούς των.
Πάνε για να σκορπίσουνε τοπάζια
τα φώτα τους μέσ’ στα νερά
τη νύχτα.
Πάνε
πάντα μ’ ανθρώπους και μπαγκάζια…

H «Κλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κι η «Θεοδώρα»,
χρόνια τώρα,
κάνουν τον ίδιο δρόμο,
φτάνουν την ίδια μέρα,
φεύγουν στην ίδιαν ώρα.

Μοιάζουν υπάλληλοι γραφείων
που γίνανε χρονόμετρα,
που η πόρτα της δουλειάς,
αν δεν τους δει μια μέρα να περάσουν
από κάτω της,
μπορεί να πέσει.

(Όταν ο δρόμος είναι πάντα ίδιος
τι τάχα αν είναι σε μια ολόκληρη Μεσόγειο
ή απ’ το σπίτι σ’ άλλη συνοικία;)
H «Κλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κι η «Θεοδώρα»
είναι καιρός και χρόνια πάνε τώρα
του βαρεμού που ενοιώσαν την τυράννια,
να περπατούν πάντα στον ίδιο δρόμο,
να δένουνε πάντα στα ίδια λιμάνια.

Aν ήμουν εγώ πλοίαρχος,
ναι –si j’étais roi!–
αν ήμουν εγώ πλοίαρχος
στην «Κλεοπάτρα», τη «Σεμίραμη», τη «Θεοδώρα»,
αν ήμουν εγώ πλοίαρχος
με τέσσερα χρυσά γαλόνια
κι αν μ’ άφηναν στην ίδια αυτή γραμμή
τόσα χρόνια,
μια νύχτα σεληνόφεγγη,
στη μέση του πελάγου,
θ’ ανέβαινα στο τέταρτο κατάστρωμα
κι ενώ θ’ ακούγουνταν η μουσική
που θα ‘παιζε στης πρώτης θέσης τα σαλόνια,
με τη μεγάλη μου στολή,
με τα χρυσά μου τα γαλόνια
και τα χρυσά μου τα παράσημα,
θα ‘γραφα μιαν αρμονικότατη καμπύλη
από το τέταρτο κατάστρωμα
μέσ’ στα νερά,
έτσι με τα χρυσά μου,
σαν αστήρ διάττων
σαν ήρως ανεξήγητων θανάτων.

* * *

Άλλα ποιήματα, άλλων εβδομάδων

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/36BrfqM
via IFTTT

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020

Όταν ο Γκάτσμπυ γνώρισε τη Στικούδη

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Στο πρώτο Gala του «Μy style Rocks», το γνωστό reality show μόδας μπήκε στη μηχανή του χρόνου και βρέθηκε στη δεκαετία του 1920, «την εποχή της τζαζ, της τέχνης και της υπερβολής». Το ενδιαφέρον ωστόσο δεν ήταν απλώς η προσομοίωση με τη μακρινή δεκαετία αλλά το γεγονός ότι οι διαγωνιζόμενες ντύθηκαν με ενδυμασίες εμπνευσμένες από το μυθιστόρημα The Great Gatsby του Francis Scott Fitzgerald: κοντό μαλλί, κολιέ, λαμπερά φορέματα. Οι εμφανίσεις κέντρισαν το ενδιαφέρον του κοινού και της επιτροπής, αντισταθμίζοντας την αποχώρηση της Βασιλικής Σουλάνη με ένα «άρωμα εποχής», που έβγαινε από το μυθιστόρημα.

Το μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ κυκλοφόρησε τον Απρίλη του 1925 και περιέγραφε ρεαλιστικά την «υψηλή κοινωνία» της εποχής, και, πιο συγκεκριμένα, το «αμερικάνικο όνειρο». Στις σελίδες του, σελίδες γεμάτες με πάρτι, με κοκτέιλ, με ακριβά ρούχα, με εντυπωσιακά αμάξια και με επιβλητικά σπίτια, περιγράφεται η τρελή κούρσα της κοινωνικής ανόδου, της φήμης και  του χρήματος. Ακόμα και ο έρωτας του Γκάτσμπυ με τη «χρυσή» Νταίζη δεν είναι μόνο ανεκπλήρωτος αλλά και εξοντωτικά προσημειωμένος από τα αντιφατικά κίνητρά της: «Μερικές φορές κοιτούσε τα υπάρχοντά του σαστισμένος, λες και με την υπαρκτή, ανέλπιστη παρουσία της, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ήταν πλέον αληθινό». Η σκηνή που η Νταίζη κλαίει πάνω στην «τσάκιση» από τα πεταμένα πουκάμισα του Γκάτσμπυ είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες σκηνές του βιβλίου∙ και όχι μόνο από τη σκοπιά της ψυχανάλυσης. Η πορεία των ηρώων είναι αποκαλυπτική. Η φιλοδοξία τους να μοιάσουν με εκείνους που ζουν τη «μεγάλη ζωή», τους οδηγεί σε μια παράξενη, ανιαρή και «πραγμοποιημένη» μίμηση, που αρχικά τους διαφθείρει και μετά τους καταστρέφει. Ανάμεσα τους, ο απόμακρος, ερωτικά εγκλωβισμένος και μελαγχολικός Γκάτσμπυ, καταλαβαίνει πως ο κόσμος γύρω του γίνεται ολοένα και πιο ξένος. Στην κηδεία του δεν θα παραστεί κανείς από αυτούς που σύχναζαν στα σαλόνια του και στα γραφεία του.

Κατά κάποιο τρόπο, το μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ εξέφραζε την απομυθοποίηση του «αμερικάνικου ονείρου» και σίγουρα αποτελούσε ένα κριτικό σχόλιο γύρω από τις ανερχόμενες και νεόπλουτες “brand communities”. Στην εποχή του, το μυθιστόρημα ήταν εμπορικά μια αποτυχία. Η αξία του ανακαλύφθηκε πολύ αργότερα, τη δεκαετία του ’50, και αφού πάντως είχε ενταχθεί στην ύλη των αμερικάνικων σχολικών εγχειριδίων. Έκτοτε, θεωρείται «κλασικό», όχι μόνο επειδή διατηρεί την τεκμηριωτική όψη του για την κοινωνική ιστορία της Αμερικής πριν το «κραχ» αλλά κυρίως επειδή διασώζει μια ενδιαφέρουσα εκδοχή του αμερικανικού ιδεαλισμού πάνω στη «δομή των συναισθημάτων» (το χρήμα δεν αγοράζει την αγάπη). Εξάλλου, η συστηματική αναφορά του στον κίνδυνο που διατρέχει η κοινωνική συνοχή από τους ψευδεπίγραφους «διάσημους ανθρώπους» (“celebrate people”) γινόταν ολοένα και πιο επίκαιρη στο μεταπολεμικό κόσμο και στον καιρό της τεχνολογικής «έκρηξης» των ΜΜΕ. Τα περισσότερα reality shows ξεκίνησαν τη δεκαετία του ’50 και η συνταγή της επιτυχίας τους ήταν ακριβώς η κατασκευή των νέων “brand communities”.

Οι “brand communities”, αυτό το περίεργο είδος της σύγχρονης καταναλωτικής και μιντιακής κουλτούρας, είναι το κατεξοχήν είδος που βασίζεται στη μίμηση προτύπων. Προϋποθέτουν την ενεργή συμμετοχή και «διαδραστικότητα» του κοινού, το παιχνίδι «αγάπης-μίσους» μεταξύ των συμμετεχόντων αλλά και την κυκλοφορία ενός εξειδικευμένου μηνύματος, που συνοδεύεται συνήθως από τα αντίστοιχα παράλληλα εμπορικά προϊόντα. Κυρίως όμως προωθούν την αντίληψη ότι το κοινό μπορεί να γνωρίσει τους «διάσημους που παίζουν τους διάσημους», μέσα από μια αίσθηση οικειότητας, η οποία συμπεριλαμβάνει και τη δόξα και τον τιμωρητικό αποκλεισμό των παικτών από το show. Αντλώντας νομιμοποίηση από τη «δύναμη των αδύναμων» με όλα τα τεχνολογικά μέσα (σχόλια στην κοινωνική δικτύωση, ηλεκτρονικές ψηφοφορίες, παρωδίες, memes), οι “brand communities” κατασκευάζουν τη δική τους εικονική πραγματικότητα μέσα από τη λατρευτική συμπεριφορά των οπαδών τους. Ακριβώς επειδή οι διάσημοι πριν γίνουν διάσημοι ήταν «σαν εμάς».

Το αγόρι του διπλανού διαμερίσματος και, πιο συχνά, το κορίτσι της διπλανής πόρτας που στέκονται μπροστά στην «επιτροπή» μεταφέρουν ήδη τα χαρακτηριστικά μιας ομάδας, που νιώθει ότι θα ήθελε —ή θα άξιζε— να μπει σε αυτή τη ζώνη αναγνωρισμότητας. Οι «brand communities” συγκροτούνται μέσα από ένα αδιόρατο αλλά υπαρκτό “brand public”. Όλοι αυτοί οι «υπέροχοι Γκάτσμπυ» δεν έχουν άλλο στόχο παρά να γνωρίσουν τη Στικούδη από κοντά και να ακούσουν τα σχόλια της «επιτροπής» για το αν και κατά πόσο θα μπορούσαν να ζήσουν αυτή τη ζωή απολαύσεων γεμάτη από σέξι εμφανίσεις, χορό, διασκέδαση, λεφτά και επαγγελματικές ευκαιρίες. Σίγουρα πάντως ο ίδιος ο Γκάτσμπυ, αν μπορούσε να κάνει το αντίστροφο ταξίδι στο χρόνο, θα εντυπωσιαζόταν από τη γοητευτική Κατερίνα Στικούδη. Νομίζω μάλιστα ότι θα του θύμιζε τη μυθιστορηματική και αινιγματική Νταίζη, που παρέμενε διαρκώς μετέωρη ανάμεσα στο σκληρό κόσμο της πραγματικότητας και στην απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας.

* Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/2RhNFJy
via IFTTT

Το ποίημα της εβδομάδας 22/1

Δωρίχα

—Ποσείδιππος—
Μετάφραση: Βασίλης Ι. Λαζανάς

Δωρίχα, ὀστέα μὲν σὰ πάλαι κόνιν, ἕσσατο δʼ ἑσμὸς…

Δωρίχα τα οστά σου σκόνη θα ‘χουν γίνει τώρα,
και των μαλλιών οι ανάδεσμοι κι η μυρωμένη η εσθήτα,
που τύλιγες μ’ αυτή τον Χάραξο, ω, τότε που οι δυο σας
αδειάζατε έως την αυγή κισσόπλεχτα κροντήρια.
Μα οι σελίδες της Σαπφώς, που σε ανυμνούν, θα μείνουν
κι η Ναύκρατη, η πατρίδα σου, μακαριστή τη μνήμη
του ονόματός σου θα κρατεί όσο θα πλέει καράβι
από του Νείλου τα νερά προς τ’ ανοιχτά πελάγη.

* * *

Άλλα ποιήματα, άλλων εβδομάδων

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 



from dimart https://ift.tt/38srFkF
via IFTTT

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020

Το ποίημα της εβδομάδας 15/1

TRISTIA

—Όσιπ Μαντελστάμ—
Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος

 

Μια χορδή μέλι χρυσαφί έρεε από τη μποτίλια
τόσο πηχτή, τόσο αργή, που η οικοδέσποινα πρόλαβε να πει:
Στη θλιμμένη εδώ Ταυρίδα που μας έφερε η τύχη, μίλια
μακριά, διόλου δεν πλήττουμε — και γύρισε να μας δει.

Σπονδές στον Βάκχο παντού, λες και στον κόσμο μοναχά
οι φύλακες απομείνανε και τα σκυλιά, ψυχή δε βλογάει όπου να πας,
ήσυχα κυλάνε οι μέρες σα βαρέλια βαριά,
από τη μακρινή καλύβα φωνές — δε θα τους καταλάβεις, μην απαντάς.

Μετά το τσάι βγήκαμε στον κήπο, τεράστιο, καφετί,
γερμένες βλεφαρίδες στα παράθυρα στόρια σκοτεινά,
περνώντας τις λευκές κολόνες τ’ αμπέλια η ομήγυρη πάει να δει
όπου στον αέρινο καθρέφτη λούζονται τα νυσταγμένα βουνά.

Λέω: το σταφύλι μοιάζε με μάχη του αρχαίου καιρού,
σγουροί ιππείς χτυπιούνται κι οι φάλαγγες σγουρές,
στην πετρώδη Ταυρίδα η αρχαία της Ελλάδας σοφία — και ιδού
στρέμματα βραγιές χρυσίζουν ρίζες μαραμένες, αρχοντικές.

Και μέσα στο λευκό δωμάτιο σα ρόκα στέκει η σιωπή.
Ξύδι μυρίζει, μπογιά, νέο από το κατώι κρασί.
Το σπίτι το θυμάσαι το ελληνικό, εκείνη η γυναίκα, τόσο αγαπητή,
όχι η Ελένη, η άλλη, πόσα χρόνια με τη βελόνα και την κλωστή;

Χρυσόμαλλο δέρας, πού είσαι, χρυσόμαλλο δέρας;
Σ’ όλη τη διαδρομή κύματα βογκάγανε μόνο
κι αφήνοντας το καράβι, που τόσα κέρδισε όσα χάρισε στα πανιά ο αέρας,
εγύρισε ο Οδυσσέας γιομάτος χώρο και χρόνο.

1917

* * *

Άλλα ποιήματα, άλλων εβδομάδων

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/3age7uD
via IFTTT

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020

Παλάτια στην άμμο

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Ο πρίγκιπας Χάρυ είχε προειδοποιήσει τη βασιλική οικογένεια ήδη από την περίοδο που υπηρετούσε τη θητεία του, για δέκα εβδομάδες, στο Αφγανιστάν. Εκεί, έλεγε, «δεν ήμουν πρίγκιπας, ήμουν μόνο ο Harry».[1] Λίγο αργότερα, ωστόσο, οι δεύτερες σκέψεις και η αγάπη προς τη γιαγιά του, τον έκαναν να σκεφτεί πως ο ρόλος του έχει και άλλες αποχρώσεις : «Ένιωσα ότι ήθελα να είμαι έξω από αυτό, αλλά στη συνέχεια αποφάσισα να μείνω μέσα και να δουλέψω έναν ρόλο για τον εαυτό μου». Ωστόσο, μετά το γάμο του με τη Μέγκαν, ο Χάρυ και η Μέγκαν παρουσίασαν το σχέδιό τους, προκαλώντας την έκπληξη και την οργή της γιαγιάς του, που αυτές τις μέρες συγκαλεί οικογενειακό (βασιλικό) συμβούλιο. Φαντάζομαι πως σε αυτό το συμβούλιο, ερωτήματα που θα τεθούν θα είναι περίπου αυτά. Τι είναι το Megxit; Ένας μικρός οικογενειακός εμφύλιος; Μια προκλητική αμφισβήτηση της γερασμένης μοναρχίας; Μια πρόσκαιρη εγκατάλειψη των τίτλων ευγενείας; Μια μιντιακή σκηνοθεσία του «αυτοδημιούργητου» ζευγαριού;  Μια ενοχλητική παρεμβολή της «μιγάδας» ανάμεσα στους γαλαζοαίματους; Έστω και αν είναι όλα αυτά μαζί, υπάρχει κάτι που υπερβαίνει τη φλύαρη ανεκδοτολογία γύρω από τη «φυγή» του πριγκιπικού ζεύγος από το Παλάτι. Και αυτό το «κάτι» δεν αφορά την «ελέω Θεού βασιλεία» αλλά τη σύγχρονη pop εικόνα της∙ τον τρόπο που η βασιλική οικογένεια «ζει το μύθο της» αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ενεργοποιεί άλλες «μυθολογίες» μέσα στη λαϊκή φαντασία.

Στις μυθολογίες αυτές είχε ήδη αναφερθεί ο Ρολάν Μπαρτ, ήδη από τη δεκαετία του 1950.[2]  Θυμίζω την παλιά ιστορία. Τον Αύγουστο του 1954, ο βασιλιάς Παύλος και η Φρειδερίκη οργάνωσαν μια κρουαζιέρα για τους γαλαζοαίματους με το ελληνικό πλοίο «Αγαμέμνων».[3] Ήταν μια κρουαζιέρα, στην οποία, όπως παρατηρεί ο Μπαρτ, οι μονάρχες «έπαιζαν τον ρόλο των κοινών θνητών», διασκεδάζοντας με την αντίφαση των δανεικών ρόλων τους. Οι βασιλιάδες και οι πρίγκιπες ξυπνούσαν σε εργάσιμες ώρες, ξυρίζονταν μόνοι τους, ντύνονταν με casual ρούχα και ζευγάρωναν σύμφωνα με το νόμο της «φυσικής επιλογής» και της ενδογαμικής αναπαραγωγής, που όριζε η γαλαζοαίματη ράτσα τους. Σε αυτή την παράξενη εθνογραφική κιβωτό του μοναρχικού «είδους», η μεταμφίεση των βασιλιάδων σε «συνηθισμένους ανθρώπους» έμοιαζε να αποτελεί μια αιφνίδια αλλά και γενναιόδωρη θυσία των προνομίων τους∙ μια θυσία, όμως, που απλώς επιβεβαίωνε την «παρά φύση» διακοπή του ρόλου τους.  Διαβασμένες αντίστροφα, όπως σωστά σημειώνει ο Μπαρτ, όλες αυτές οι εκδηλώσεις επικύρωναν και οριστικοποιούσαν τις διαφορές τους με τους «κοινούς θνητούς», την απόσταση τους με τους «συνηθισμένους ανθρώπους», την παθολογική διασκέδαση τους σε βάρος των «κοινών θνητών».

Μετά τη στέψη της Ελισάβετ, «η κρουαζιέρα των γαλαζοαίματων» ήταν ίσως η πιο δημοφιλής δημοσιογραφική είδηση για ένα αναγνωστικό κοινό, που εξακολουθούσε να πιστεύει ότι το φάντασμα της Μαρίας Αντουανέτας στοίχειωνε ακόμη τη μεταπολεμική Ευρώπη. Ίσως ακριβώς επειδή, όπως λέει, ο Μπαρτ, σε αυτή την παράξενη παράσταση της κρουαζιέρας, έσμιγαν «το θέμα του Βασιλιά-Θεού» και το «θέμα του Βασιλιά-Αντικειμένου». Το 1957 εκδόθηκε η κεφαλαιώδης μελέτη του Ernst Kantorowicz, Το διπλό σώμα του βασιλιά. [4] Η μελέτη αυτή, που έμελλε να επηρεάσει καταλυτικά τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, εξηγούσε το θεσμό της μοναρχίας ως μια «πολιτική θεολογία». Με οδηγό τη φράση «ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς», ο Καντόροβιτς, μελετώντας τον Μεσαίωνα, εξηγούσε πως ο βασιλιάς έχει ταυτόχρονα ένα «φυσικό» σώμα αλλά και ένα «πολιτικό» σώμα, το οποίο επιτρέπει τη συμβολική αναπαραγωγή της εξουσίας του και την κυριαρχία του θεσμού, ακόμη και ερήμην του πραγματικού προσώπου∙ ή μάλλον ακριβώς επειδή το πραγματικό πρόσωπο είναι ήδη εγκλωβισμένο μέσα στο συμβολικό του ρόλο. Αργότερα, στη δεκαετία του ΄70, ο Μισέλ Φουκώ ανέλυσε αυτή την παράδοξη βιο-εξουσία που δομείται πάνω στις αναπαραστάσεις ισχύος που παίρνει το «σώμα» του ηγεμόνα για την πειθάρχηση του «πληθυσμού».

Στη Γαλλία του ’50, η «ανεπίσημη μοναρχία» ενθουσίαζε ακόμη το κοινό. «Ο βασιλιάς Παύλος φορούσε ένα κοντομάνικο πουκάμισο και η βασίλισσα Φρειδερίκη φορούσε ένα πλουμιστό τσιτάκι».[5] Στα «κινηματογραφικά επίκαιρα» της εποχής,[6] είναι σαφής αυτή η ανεμελιά που ριψοκινδυνεύει τον «εκδημοκρατισμό» του θεσμού μέσα από τις θάλασσες του Αιγαίου. Συχνά, όμως, η θάλασσα γκρεμίζει τα παλάτια στην άμμο. Όπως σωστά θυμίζει ο Μπαρτ, ακόμα και τότε οι μονάρχες δεν σταμάτησαν να ασκούν πολιτική και να κρίνονται για αυτή. «Ο Κόμης των Παρισίων εγκαταλείπει τον “Αγαμέμνονα” και ξαναγυρίζει στο Παρίσι για να “επιβλέψει”  την καλή λειτουργία της Οργάνωσης της άκρας δεξιάς CED, και ο νεαρός Χουάν της Ισπανίας στέλνεται επειγόντως στην πατρίδα του για να στηρίξει τον ισπανικό φασισμό». Ευτυχώς ο Χάρυ και η Μέγκαν δεν έχουν τόσο επικίνδυνες αποστολές. Απλώς, άλλαξαν τη δημόσια συζήτηση, μετά τον πρώτο ακρωτηριασμό της Ενωμένης Ευρώπης. To Brexit πέθανε. Ζήτω το Megxit!

 

 

[1] https://www.queen.gr/juicy/juicy-news/story/191163/o-prigkipas-harry-eixe-provlepsei-tin-apoxorisi-toy-apo-to-palati-prin-apo-dyo-xronia

[2] Βλ. Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες. Μάθημα, μτφρ. Καίτη Χατζηδήμου-Ιουλιέττα Ράλλη, Ράππα-Κέδρος, 1973, σ. 105-107.

[3] http://www.royalchronicles.gr/august-1954-the-royal-cruise/

Βλ. και http://www.unofficialroyalty.com/royal-tidbits-trivia/agamemnon-1954-cruise-of-the-kings/

[4] https://press.princeton.edu/books/paperback/9780691169231/the-kings-two-bodies

[5] . Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες…, ό. π., σ. 106.

[6] https://www.youtube.com/watch?v=1BRe4iT_1ps

* Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/30jPSXx
via IFTTT

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020

Το ποίημα της εβδομάδας 8/1

Αίθουσα αναμονής

Γιώργος Γεραλής

Στο θαμπό φως, μια συλλογή κρατάει τους πεθαμένους.
Κάποτε ανοίγει η θύρα και περνά ένας άλλος,
μ’ ένα μισόγελο, κάτι σαν σκιά χαιρετισμού,
χωρίς κανείς να του αποκρίνεται. Tον κοιτούν μόνο
με λοξό βλέμμα, και βυθίζονται ξανά στο θάνατο.
Άγνωστοι, κι έναν άγνωστο χώρο ανιχνεύουν,
καθένας μόνος, με μιαν ηρεμία, μια αποδοχή,
είτε με μια αξιοπρέπεια φοβισμένη. Έπειτα πάλι,
γυρνώντας, σα να μελετούνε ο ένας του άλλου
τη μυστική φθορά, την κρυφή πείρα,
μια σύσπαση που απόμεινε από το ταξίδι,
τον πανικό ενός ίσκιου στα γερμένα μάτια,
που αναζητούνε διέξοδο σε ακατανόητα
περιοδικά, μιας μακρινής χρονολογίας.

Μέσα, ο σοφός καθηγητής ακούει τα βήματα,
προβλέπει τα ενδεχόμενα με ακρίβεια,
εγκάρδιος σε όσους ζύγωσαν κιόλα την πύλη,
φορέσανε τη μαύρη σκέπη, είν’ έτοιμοι.
Tους αποχαιρετά μ’ ένα μειδίαμα,
«Φίλε μου, θα ξαναϊδωθούμε», βέβαιος ότι
εκείνοι αναχωρούν πια για την άβυσσο.
Άλλοτε σιωπηλός, στυγνός, όταν, σκυμμένος,
κουράζεται ερευνώντας μακρινούς θανάτους,
θύελλες βιαστικές, παιγνιώδη σκότη.

Όρθια στην πόρτα, η αδελφή, λευκή σαν το άπειρο,
αμίλητη σαν την ενέδρα, κατανεύει μόνο
στα ερωτηματικά, με μια ανεπαίσθητη
κίνηση, μιαν απόκρυφη ειρωνεία.
Δείχνει το δρόμο, ή σταματά ένα πρόωρο ξύπνημα.
«Ω, κοιμηθείτε ακόμα, κοιμηθείτε».

* * *

Άλλα ποιήματα, άλλων εβδομάδων

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/2Qwfg9p
via IFTTT