Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016

Όχι πια πρωτάρης

Dustin Hoffman (8 Αυγούστου 1937)

—της Ειρήνης Βεργοπούλου—

Mike Nichols

Mike Nichols

1966. Είμαστε στα μέσα της συναρπαστικής για όλες τις τέχνες δεκαετίας του ’60. Ο ταχύτατα ανερχόμενος σκηνοθέτης του θεάτρου και του σινεμά Mike Nichols (1931-2014) έχει δημιουργήσει θόρυβο γύρω από το όνομά του, έχοντας σκηνοθετήσει στο Μπρόντγουεϊ τις ευφυείς κωμωδίες του Neil Simon και έχοντας κάνει το μεγάλο «μπαμ» στο σινεμά, σκηνοθετώντας τα ιερά τέρατα Liz Taylor και Richard Burton στην ταινιάρα «Who’s afraid of Virginia Woolf?», από το θεατρικό έργο του Edward Albee. Ο Nichols, που ήταν Αμερικάνος δεύτερης γενιάς, παιδί Γερμανο-ρώσων Εβραίων που είχαν καταφύγει στις Η.Π.Α. για να γλυτώσουν από τους Ναζί, είναι στην πορεία χτισίματος του δικού του «μύθου», καθώς με τη φρέσκια, σπιρτόζα, θρασεία ματιά του θα βοηθήσει στην οικοδόμηση του νέου ρεύματος του Αμερικανικού σινεμά στα τότε χρόνια.

Graduate

Η πρώτη έκδοση του «The Graduate», 1963.

Έχει λοιπόν αναλάβει να μεταφέρει κινηματογραφικά μια νουβέλα που είχε εκδοθεί το 1963, με τον τίτλο «The Graduate», του συγγραφέα Charles Webb. Σε αυτήν, η εξιστόρηση των ταλαιπωριών ενός νέου της μεσαίας προς ανώτερης τάξης απόφοιτου κολεγίου στις αρχές της δεκαετίας προμήνυε το αντισυμβατικό κλίμα της προοδευτικής τότε Αμερικανικής νεολαίας κατά του κατεστημένου, που θα επικρατούσε στα επόμενα χρόνια. O 20άχρονος ήρωας Benjamin Braddock, σε αμφιβολία για το παρόν και το μέλλον του, θα τα φτιάξει με τη σύζυγο του συνεργάτη του πατέρα του, αλλά θα ερωτευτεί την κόρη της και θα την απαγάγει στο τέλος την ώρα που παντρεύεται έναν άλλο, καθώς πρέπει τύπο. Ο Nichols έπρεπε να σκηνοθετήσει την κινηματογραφική μεταφορά και βρισκόταν σε αναζήτηση ενός νέου ζεν-πρεμιέ για να παίξει το ρόλο. Είχαν περάσει από ακρόαση δεκάδες υποψήφιοι, και όλοι είχαν την ίδια εμφάνιση, το ίδιο λουκ: ξανθοί, ψηλοί, ηλιοκαμένοι, εντελώς «WASP» (White Anglo-Saxon Protestants), όπως ήταν το αποδεκτό πρότυπο των καιρών και όπως είχε «ζωγραφιστεί» ο ήρωας του βιβλίου, ο Benjamin Braddock.

DVD από το «Amazon», με τον Hoffman σε πρωταγωνιστικό ρόλο, σε παράσταση του 1966.

DVD από το amazon.com, με τον Hoffman σε πρωταγωνιστικό ρόλο, σε παράσταση του 1966.

Ο Nichols τρωγόταν με τα ρούχα του όμως: κάτι δεν του πήγαινε, κάτι άλλο έψαχνε. Σκέφτηκε να καλέσει στην Καλιφόρνια, όπου γινόντουσαν τα δοκιμαστικά, έναν νεαρό θεατρικό ηθοποιό από τη Νέα Υόρκη, τον οποίο τον είχε δει να διακρίνεται σε κάποια Μπρόντγουεϊ ανεβάσματα και που τον είχε ήδη περάσει από ακρόαση για ένα ρόλο παλιότερα. Ο νεαρός λεγόταν Dustin Hoffman και τις μέρες εκείνες έστρωνε, ύστερα από πολλές δυσκολίες στην αρχή, μια πορεία στη θεατρική σκηνή. Ο Nichols έκλεισε ραντεβού για ακρόαση στη Δυτική Ακτή, και το στούντιο τακτοποίησε το θέμα με εισιτήρια, διαμονή, κ.λπ.

TimeO Hoffman όμως ένιωθε πολύ άβολα: είχε πάρει να διαβάσει το βιβλίο και σκέφτηκε ότι εμφανισιακά ήταν εντελώς άσχετος με τον ήρωα. Κοντός, μελαχρινός, ακανόνιστα χαρακτηριστικά, Εβραίος. Όπως αναφέρει ο Αμερικανός δημοσιογράφος Douglas Brode στο βιβλίο «The Films of Dustin Hoffman (έκδοση 1983), ο Dustin έτυχε τις ίδιες μέρες να έχει δει και το εξώφυλλο του περιοδικού Time με το παραδοσιακό αφιέρωμα στον «Άνθρωπο της Χρονιάς», με εξώφυλλο τη «Νεολαία του Αύριο» σε αυτόν τον ρόλο. Ο κεντρικός άντρας απεικονίζεται τέλειος, σικ, σχεδόν άριος. Ο Hoffman πίστευε ότι θα ταίριαζε ο ρόλος του Ben στον ανερχόμενο τότε Robert Redford, ας πούμε, (που θα τον «συναντούσε» πάντως σαν συμπρωταγωνιστή λίγα χρόνια μετά). Και έτσι, ο Dustin είχε αποκαρδιωθεί για τη σχέση του με τον ρόλο.

By Studio - ebay, Public Domain, http://ift.tt/2aMgRDI

Publicity photo of Dustin Hoffman for Broadway play, 1968, Jimmy Shine.

Παρ’ όλα αυτά, στην εξέλιξη της ιστορίας, η οποία από τότε έχει κατακτήσει θέση χολιγουντιανού παραμυθιού, μια και οι Αμερικάνοι τρελαίνονται για τέτοιες αποδείξεις του Αμερικανικού Ονείρου, ο αγχωμένος Dustin πέταξε όντως στην Καλιφόρνια, έκανε τα δοκιμαστικά, τα έχασε, ξέχναγε τα λόγια του, ίδρωνε, και στάθηκε απελπιστικά άγαρμπος μπρος στην κουκλάρα Katharine Ross η οποία θα έπαιζε το ρόλο της παρτενέρ του στην ταινία (και που κώλωσε όταν είδε τον μυταρά κοντούλη να μπαίνει στο δωμάτιο, αντί για τον «Ken» που θα περίμενε). Ο Dusty γύρισε πίσω στη Νέα Υόρκη, ταπεινωμένος και καταθλιμμένος. Ήταν σίγουρος ότι κανείς δεν θα ασχολείτο πια μαζί του όταν, έξι μέρες αργότερα, σε μια στροφή της τύχης που οφείλεται στην οξυδέρκεια και το ταλέντο του Nichols, o σκηνοθέτης τον κάλεσε στο τηλέφωνο και του ανέθεσε το ρόλο. «The rest is history», όπως αρέσει στους Αγγλοσάξονες να λένε. Αυτή η αναπάντεχη επιλογή του σκηνοθέτη έφτιαξε την καριέρα του ηθοποιού και, ανύποπτα ακόμα, θα άλλαζε πάρα πολλά πράγματα στο εξής στο τι θα θεωρείτο «πρωταγωνιστής» στις ταινίες. Ο Nichols επί της ουσίας δεν μετέφερε το βιβλίο στην οθόνη, αλλά έκανε μια δική του ανάγνωση της υπόθεσης. Αυτός ο Benjamin δεν ήταν πλέον ο σικ νεαρός (τύπου δικού μας Β.Π.) της φαντασίας του συγγραφέα, αλλά ο Benjamin του Nichols. Ερωτηθείς ο Nichols γιατί διάλεξε έναν Εβραίο για το ρόλο του Προτεστάντη Ben, o Nichols απάντησε: ο Ben είναι Εβραίος από μέσα του.

Η ελληνική έκδοση του βιβλίου, αρχές του ’70, σε ΒΙΠΕΡ.

Η ελληνική έκδοση του βιβλίου, αρχές του ’70, σε ΒΙΠΕΡ.

Και ο Dustin; Δεκαετίες πια αργότερα τον θεωρούν από τους σημαντικότερους και εμβληματικότερους Αμερικανούς ηθοποιούς του 20ού αιώνα, ενσαρκωτής πολλών θρυλικών για την κινηματογραφική ιστορία χαρακτήρων, και εργάζεται ακόμα ακατάπαυστα στα 79 του, στον 21ο αιώνα. Όλα ξεκίνησαν από τον δικό του λοιπόν Ben-που-δεν-ήταν-Ken. Από την μοναδική και ιδιαίτερη ερμηνεία του στον (καθ’ ημάς) «Πρωτάρη», όπου ενσαρκώνοντας τον αμήχανο, νευρωτικό, οπτικά αντισυμβατικό πρωταγωνιστή, όχι μόνο χάλασε τότε κόσμο και έσπασε ταμεία, αλλά μετέβαλλε την ως τότε αντίληψη για το τι καθιστά έναν άντρα ηθοποιό ελκυστικό. Η ταινία και η ερμηνεία του ήταν από αυτές που άνοιξαν το δρόμο για τις υπόλοιπες του «νέου κύματος» της Αμερικανικής κινηματογραφίας, αλλάζοντας το τοπίο σε όλα: ύφος σκηνοθεσίας, τρόπους ερμηνείας, σενάρια, φυσιογνωμίες των ηθοποιών. Α, και μουσικής. Ανεπανάληπτο το σάουντρακ, επενδυμένο από τους Simon and Garfunkel, επίσης του Nichols επιλογή.

Perhaps the most iconic of all photos of Nylon stockings: Anne Bancroft seducing Dustin Hoffman in 1967's 'The Graduate.'

Η πρώτη αφίσα του «Πρωτάρη»

Ο Dustin Lee Hoffman γεννήθηκε στις 8 Αυγούστου του 1937, στην Καλιφόρνια. Γιος του Harry Hoffman, που δούλευε ως υπεύθυνος σκηνικών σε κινηματογραφικά στούντιο. Η μητέρα του Lilian τον ονόμασε έτσι επειδή αγαπούσε τον ηθοποιό Dustin Farnum. Οι γονείς του ήταν καταγωγής Εβραίων Εσκενάζυ. Ετούτος ο Dustin, αν και παιδί της Δυτικής Ακτής, δεν ένιωσε ποτέ ότι ανήκει στο ύφος και στον κόσμο της. Μάλλον ένιωθε αποπαίδι της. Η εμφάνισή του δεν τον βοηθούσε να νιώσει άνετα στην εφηβεία: ήταν μικροκαμωμένος, ανασφαλής, γεμάτος ακμή. Πήγε στο κολλέγιο για να σπουδάσει αρχικά ιατρική και μετά μουσική και πιάνο, και, κάνοντας κάποια μαθήματα ηθοποιίας, αποφάσισε να γίνει ηθοποιός. Στο περιβάλλον του τον αποπήραν, λέγοντάς του ότι δεν θα τα κατάφερνε με τίποτα. Αυτός ωστόσο συνέχισε να προσπαθεί για ρόλους στην περιοχή της Πασαντίνα, ώσπου πήγε στα τέλη του ’50 στη Νέα Υόρκη. Σπούδασε υποκριτική στο περίφημο «Actors Studio» και είναι γνωστό ότι στην πορεία του την ερμηνευτική ακολουθεί τις καθοδηγητικές γραμμές που πήρε τότε, δηλαδή την ψυχολογική και σωματική ταύτιση του ερμηνευτή με τον ήρωα. Στη μεγαλούπολη της Ανατολικής Ακτής κατάφερε να επιβιώσει τα πρώτα χρόνια με ρολάκια σε θέατρα και τηλεόραση και δουλειές του ποδαριού από εδώ κι από κει. Στα πέτρινα εκείνα χρόνια είχε παρέα τον Gene Hackman και τον Robert Duvall. Κανείς από τους τρεις τους δεν πίστευε με τίποτα τότε ότι θα έκαναν ποτέ καριέρα: η μεγαλύτερή τους επιτυχία θα ήταν, θεωρούσαν, να έχουν κάπως μόνιμα εργασία. Με το πέρασμα των χρόνων, ο Hoffman άρχισε να διακρίνεται σε ερμηνείες σε off-Broadway παραστάσεις και στα μέσα των 60s είχε μπει η επαγγελματική πορεία του σε μια σειρά. Του είχαν δοθεί και κάποιες διακρίσεις για τις ερμηνείες του στο σανίδι. Η εντελώς από το πουθενά πελώρια επιτυχία του «Πρωτάρη» αναποδογύρισε το σύμπαν του.

Αποδρώντας με την καλή του από την εκκλησιά.

Αποδρώντας με την καλή του από την εκκλησιά.

Ξαφνικά έγινε ίνδαλμα. Άρθρα σοβαρών αρθρογράφων γραφόντουσαν για τη σημειολογία της ταινίας και της ερμηνείας του, δίπλα-δίπλα όμως και με λίγα άλλα, πιο επικριτικά όσον αφορούσε στο τι πρότυπο πλέον πλασαριζόταν. Επέλεξε να συνεχίσει με έναν κόντρα ρόλο: αντί να δεχτεί να επαναλάβει το ίδιο μοτίβο του επαναστατημένου ζεν πρεμιέ, διάλεξε να συνεργαστεί με τον John Schlessinger στην ταινία «Midnight Cowboy» του 1969, όπου ερμήνευσε τον απόκληρο, ρακένδυτο, ομοφυλόφιλο αντιήρωα Ράτσο Ρίζο. Σε μια καταθλιπτική Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας, ο Ράτσο και το αφελές χωριατόπαιδο, ο  φίλος του Τζο Μπακ [ο επίσης ανερχόμενος και ανάλογα εντυπωσιακός ερμηνευτικά Jon (μπαμπάς Angelina’s) Voight], προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα στην αγριάδα του περίγυρού τους. Η ταινία συμπεριλαμβάνεται πια, από τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, στα έργα πολιτιστικής κληρονομιάς· οι δε ερμηνείες των δυο παρέμειναν εγγεγραμμένες στο συλλογικό συνειδητό του σινεφίλ κοινού. Ήταν η δεύτερη υποψηφιότητά του για Όσκαρ ερμηνείας ανδρικού ρόλου, μετά τον «Πρωτάρη».

MIDNIGHT COWBOY, Jon Voight, Dustin Hoffman, 1969.

MIDNIGHT COWBOY, Jon Voight, Dustin Hoffman, 1969.

Στη δεκαετία του ’70 θα πραγματοποιήσει μια σειρά από σημαντικές ερμηνείες, έχοντας καθιερωθεί ως μεγάλος αστέρας του Χόλιγουντ — αν και ο ίδιος πάντα δήλωνε σε συνεντεύξεις ότι δεν έχει την τραβηχτική για το ταμείο ικανότητα ενός σταρ, ούτε την ανάλογη λάμψη. Αυτή η περίοδος της ερμηνευτικής του ακμής μάς χάρισε και τους πιο χαρακτηριστικούς του ρόλους, αυτούς που σμίλεψαν την κινηματογραφική του περσόνα στη μνήμη μας. Μεταξύ των κυριότερων ήταν στο «Little Big Man» («Το Μεγάλο Ανθρωπάκι»), στο «Papillon» («Ο Πεταλούδας», δίπλα στον ΜακΚουίν), στον βρομόστομο «Lenny» του 1974. Το 1976 θα σταθεί δίπλα στον μέγιστο Laurence Olivier στο «Marathon Man», όπου ανεκδοτολογικές έμειναν οι διαφορές τους ως προς τη μέθοδο ερμηνευτικής προσέγγισης.

«Marathon Man», με τον Lawrence Olivier.

«Marathon Man», με τον Lawrence Olivier.

Οι δυο κορυφαίες του όμως ερμηνείες δόθηκαν σε δυο —καλλιτεχνικά αλλά πιο πολύ κοινωνιολογικά— μεγάλες ταινίες: το «All the president’s men» («Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου», 1976), όπου ήταν ο τέλειος Carl Bernstein δίπλα στον Bob Woodward του ομοϊδεάτη του δημοκράτη Redford, εκπροσωπώντας το φιλελεύθερο Χόλιγουντ, υμνώντας μια ιδεατά αδέκαστη δημοσιογραφία, σε μια κινηματογραφική χρονοκάψουλα.

All the president’s men

All the president’s men

Και βέβαια, μετά από ένα απρόσμενο διετές κατακρήμνισμα της καριέρας του, η μεγάλη επιστροφή με το δυνατό, εμπορικά καταιγιστικό «Kramer vs. Kramer» του 1979, όπου διακρίθηκε (και οσκαρικά) ως ο πατέρας Τεντ Κρέιμερ που ξαφνικά πρέπει να τα βγάλει πέρα με την αναποδογυρισμένη του ζωή, μετά τη φυγή της γυναίκας του Τζοάννα. Όπως παρατήρησαν οι κριτικοί, ήταν σαν να βλέπουμε το χαρούμενο αλλά αμήχανο μετά τη φυγή από την εκκλησιά ζεύγος Μπεν-Ελέην του «Πρωτάρη», δέκα ακριβώς χρόνια μετά. Ο ίδιος ο Hoffman είχε χωρίσει από τη γυναίκα του εκείνη την περίοδο.

Kramer vs Kramer

Το οποίο «Κράμερ εναντίον Κράμερ» όσο περνάει ο καιρός, τόσο αναγνωρίζεται η τότε επιρροή του, ίσως όχι τόσο σε αμιγή φιλμική γραφή όσο στην επίδραση που είχε πάνω στα συναισθήματα και στη σκέψη του κοινού στην εποχή του και τη συνειδητοποίηση του κόσμου πάνω στα αυξανόμενα διαζύγια και τα αδιέξοδά τους. (Αλλά είναι μυθική ταινία και για το ότι εκτόξευσε την «Τζοάννα»-Meryl Streep στον ουρανό της λατρείας από το κοινό της, χωρίς από τότε να έχει κατέβει. Ένα πρόσφατο άρθρο στο «Vanity Fair», αναγάγει σε ιστορικά γεγονότα τα γύρω από την επιλογή της για το ρόλο και πώς αυτή αντεπεξήλθε, απέναντι στον επιθετικό και δύσκολο Hoffman.

Ronald

Με τον αδελφό του Ronald, το 1982.

Τρία χρόνια μετά το «Κράμερ» το 1982, η επόμενη ταινία του θα είναι και πάλι πολύ μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία, και θα είναι η μεταμόρφωσή του σε γυναίκα, στην κωμωδία «Tootsie» του σπουδαίου, ευφυούς Sidney Pollack (1934-2008). Αυτή η ταινία θα γνωρίσει στο ευρύ κοινό και την συμπρωταγωνίστριά του Jessica Lange, που τότε ανερχόταν ραγδαία και θεωρείτο αντίπαλος της Meryl, προσδοκίες που δεν επαληθεύτηκαν όμως στην εξέλιξή της.

tootsie

Ως «Dorothy Daniels» στο «Tootsie».

Θα επιστρέψει στο θέατρο θριαμβευτικά το 1984, ερμηνεύοντας τον Willy Loman στο «Θάνατο του Εμποράκου» του Arthur Miller, κερδίζοντας διθυράμβους στο σανίδι της Νέας Υόρκης, ενώ θα επαναλάβει τον ρόλο σε τηλεοπτική ταινία σκηνοθετημένη από τον Volker Schloendorff, το 1985. Νέο αστέρι εδώ, ως γιος του, ο John Malkovich.

Willy Loman

Μεσήλικας πλέον, παντρεμένος ξανά και ευτυχισμένα και πολύτεκνος, στα επόμενα χρόνια ο Hoffman θα παραμείνει ενεργός στο ανηλεώς ανταγωνιστικό στερέωμα του Χόλιγουντ, που δεν φημίζεται για μεγάλη ανοχή στις μεσαίες και προχωρημένες ηλικίες, ή στις ποιοτικές, δύσκολες αναζητήσεις. Ο πανέξυπνος Dustin όμως θα καταφέρει να σταθεί, και στα 90s, ίσως όχι όντας απαραίτητα «μεγάλος» ηθοποιός ή άσος της βαθιάς μεταμόρφωσης όπως ο Ντε Νίρο π. χ. (οι εντυπωσιακές ερμηνείες του τελείωσαν με τον ιδιοφυή αυτιστικό ήρωα Raymond στο «Rain Man», που του χάρισε το δεύτερο Όσκαρ του το 1988) αλλά πιότερο έχοντας ένα δικό του ύφος, που με ευλυγισία πάνω σε αυτό προσαρμόζει τους ρόλους του.

Dustin 2016.

Δανείζοντας τη φωνή του στον χαρακτήρα Master Shifu της σειράς ταινιών κινουμένων σχεδίων «Kung Fu Panda»

Θα καταφέρει επί τρεις δεκαετίες έκτοτε να έχει παίξει σε εμπορικά πολύ ή και μέτρια μόνο επιτυχημένες ταινίες, είτε σε πρώτους είτε σε δεύτερους ρόλους, προσαρμοζόμενος ανάλογα, μεταμφιεζόμενος συχνά, και σε μια ποικιλία από είδη. «Dick Tracy», «Hook», «Outbreak», «Wag the Dog» (σατιρικά εξαιρετικός ως χολιγουντιανός παραγωγός) «Mad City» με σκηνοθέτη Γαβρά, «Finding Neverland», «Meet the Fockers», «Bareny’s Version», «The Program» κ.λπ. Το 2012 θα υλοποιήσει την πανάρχαια επιθυμία του και επιτέλους θα σκηνοθετήσει τη θαυμάσια κομεντί «Quartret». Στο μεταξύ θα έχει τιμηθεί από το American Film Institute και από το Kennedy Center, θα ξεπεράσει έναν καρκίνο (άγνωστο πού), θα δει τη γυναίκα του Lisa να εξελίσσεται σε ικανή επιχειρηματία στο εμπόριο αρωμάτων, θα αποκτήσει δυο μέχρι στιγμής εγγόνια, αναλαμβάνοντας μέχρι και σήμερα να ζωντανεύει στη μεγάλη οθόνη κάποιους φανταστικούς χαρακτήρες. Αν όχι να τους πλάσει εντελώς από την αρχή, τουλάχιστον να τους μετασχηματίσει πάνω στο αρχικό πρόπλασμα που λέγεται Hoffman και που δεν τα έχει καταφέρει καθόλου άσχημα.

He looks ruff Dustin Hoffman sported a bushy beard as he walked a dog on the set of The Meyerowitz Stories

Περπατώντας στους δρόμους της Νέας Υόρκης, για τις ανάγκες της ταινίας «The Meyerowitz Stories». Μάρτιος 2016.

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις από το dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter


Στο:Επετειακά Tagged: Arthur Miller, Charles Webb, Douglas Brode, Dustin Hoffman, Gene Hackman, Ειρήνη Βεργοπούλου, John Malkovich, John Schlessinger, Jon Voight, Katharine Ross, Kramer vs. Kramer, Laurence Olivier, Meryl Streep, Mike Nichols, Robert Duvall, Robert Redford, Sidney Pollack

from dimart http://ift.tt/2aMgUiS
via IFTTT

Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

Απόψε στις ακρογιαλιές

Αυτό δεν είναι τραγούδι #772
Dj της ημέρας, η Ειρήνη Βεργοπούλου

Είχα κάποτε μια φίλη Αυστριακή, κανονική, βέρα Αυστριακή, που την έλεγαν —και υποθέτω ακόμα τη λένε φυσικά— Μπεάτε. Να σημειώσουμε εδώ ότι το όνομά της, με τη σωστή Γερμανική προφορά, έπρεπε να αρθρώνεται με ένα ελάχιστο «σπάσιμο» μισού δευτερολέπτου μεταξύ της πρώτης του συλλαβής και της επόμενης, κρατώντας στη δεύτερη ένα εμφατικά τονισμένο «ά». Το πώς είχαμε γνωριστεί είναι υπόθεση μιας άλλης, μακροσκελέστατης ιστορίας. Γεγονός είναι ότι η παρέα που για λίγα χρόνια έκανα με την Μπε-άα-τε και κάτι άλλους Γερμανόφωνους φίλους και φίλες, κάτι συμπαθέστατα τυπάκια, ήταν απότοκο μιας απίθανης συγκυρίας που έχει καταχωρηθεί στην προσωπική μου εσωτερική μυθολογία και μνήμη. Κάτι σαν θρύλος εντός των προσωπικών μου καταγεγραμμένων αναμνήσεων: κάποια συμβάντα όμορφης συντροφιάς, που δεν το πιστεύω και εγώ ότι όντως συνέβησαν, ότι αυτοί οι φίλοι όντως υπήρξαν. Ευτυχώς από τους περισσότερους της παρέας και τις εκδρομές υπάρχουν φωτογραφίες στις οποίες φαίνομαι και εγώ μέσα. Ενώ όμως με τις υπόλοιπες φίλες της ομάδας μας εκείνης κρατώ μια, πολύ αραιή μεν, αλλά ισχύουσα, επαφή μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, η Μπεάτα έχει χαθεί από όλους μας. Τέλος πάντων, δόξα τω θεώ βρίσκονται καταχωρημένες στα λευκώματα με το πασίχοντρο εξώφυλλο οι εμφανισμένες και τυπωμένες φωτογραφίες, διότι δυσκολεύομαι ακόμη να πιστέψω ότι είχα όντως, μέσω της συναναστροφής μου με το Γερμανόφωνο παρεάκι, βρεθεί στα έτη μεταξύ 2002 και 2006 φιλοξενούμενη τέσσερις φορές στο Μόναχο, στη Νυρεμβέργη ή στη Βιέννη. (Στη Βιέννη!). Ότι παρακολούθησα ποδοσφαιρικούς αγώνες στο θρυλικό Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου, έφαγα μπρέτζελ αλμυρά στον Ένγκλισερ Γκάρντεν, ότι είδα τω όντι από κοντά τα έργα του Κλιμτ, ότι μπήκα στο ιατρείο του Φρόιντ, ότι περιδιάβηκα μέσα στο παλάτι Σενμπρουν και στους κήπους του. Αυτά τα τελευταία τα οφείλω στο ότι η 32χρονη τότε Μπεάτε, που δούλευε και ίσως δουλεύει ακόμα ως οικονομική συντάκτης σε εφημερίδα, είχε την καλή διάθεση να με φιλοξενήσει λίγες μέρες στο σπίτι της, σε ένα διαμέρισμα στην Αυστριακή πρωτεύουσα.

13875020_10153858722942984_1636275607_nΑπό ένα αλλόκοτο όμως παιχνίδισμα των θεών των αναμνήσεων, που υποθέτω είναι τόσο ζηλιάρηδες και εκδικητικοί και κατά της αποκοτιάς όσο ήταν όλοι οι δώδεκα αρχαίοι μαζί, δεν υπάρχουν φωτογραφικά τεκμήρια από την Βιεννέζικη επίσκεψή μου, του Πάσχα του 2006: σε εποχές βλέπεις μια δεκαετία μόνο πριν, που ήδη κρίνονται ωστόσο ως τεχνολογικά πρωτόγονες, είχαμε τότε τις κλασικές μόνο απεικονιστικές μηχανές, με τα 12άρια και 24άρια και 36άρια φιλμάκια. Εκείνα τα τσίγκινα ρολά σαν κουβαρίστρες, που τα άνοιγες, τραβούσες τη σελιλόιντ ταινία και τη γάντζωνες με τρόπο στο εσωτερικό δωματιάκι της μηχανούλας. Της μηχανούλας που είχε ένα κουμπί σαν μανιβέλα πάνω δεξιά και πρόσεχες να μην μπλοκάρει ενώ άλλαζες «πόζα»; Ε, σε κάτι τέτοια ρολάκια από την εποχή των Φλίνστοουνς λοιπόν είχα αποθηκεύσει όλες τις στιγμές μου από το ταξίδι μου εκεί. Αλλά, με την αδεξιότητα που συχνά με διέκρινε, συν μια σταθερής αξίας βιασύνη και αφηρημάδα, κάποια στιγμή την τελευταία μέρα στην ουρά ενός μουσείου πρέπει να έσκυψα για να βγάλω πορτοφόλι από το παραγεμισμένο (από σουβενίρ και καμάρι) σακ- βουαγιάζ μου, και τα λίγα ρολάκια φιλμ [θυμάμαι, ήταν Agfa] πρέπει να δραπέτευσαν προς άγνωστη κατεύθυνση, ακολουθώντας ίσως σαν ποντικάκια το φλάουτο κάποιου βαλτού υπηρέτη της ενοχλημένης θεάς των αναμνήσεων που προείπαμε. Δεν πήρα χαμπάρι ότι είχα χάσει τα φιλμ μου παρά αφού επέστρεψα στην Αθήνα. Δεν μου έχει μείνει κανένα οπτικό τεκμήριο από τη βόλτα στη Βιέννη λοιπόν. Όλες οι εικόνες έμελλε να παγιωθούν και να φυλάσσονται στη μνήμη μου και μόνο εκεί, σαν παραλοϊσμένος κρατούμενος που μονολογεί, όντας σε απομόνωση, λόγο υπερβολικού θράσους. Πάνε τα φιλμ, πάνε οι στάσεις μπρος στα Μουσεία, στα τραμ, τα ενσταντανέ στις καφετέριες με τις sachertorte που φάγαμε μαζί εγώ και η Μπεάτα.

Και το ότι με τη Μπε-άα-τε συναγωνιστήκαμε για το ποια θα μπορέσει να φτάσει πρώτη στην καρδιά του λαβύρινθου του παλατιού Σενμπρουν; και αυτό το φαντάστηκα ίσως; [Κέρδισε η Αυστριακή: ήταν πιο εξασκημένη σε σταυρόλεξα και στην ψυχρή λογική. Εγώ πελαγοδρόμησα μέσα στους καλοψαλιδισμένους θάμνους, ώσπου την είδα περιχαρή να με κοιτά από ψηλά, από την πλατφόρμα στο κέντρο του λαβύρινθου όπου είχε καταφέρει να τρυπώσει. Χρόνια μετά, σκέφτομαι ότι το χάσιμό μου και η ταλαιπωρία μέσα στους δαιδαλώδεις κήπους ήταν απλά αφηγηματική προ-οικονομία, όπως λένε οι φιλόλογοι των Αρχαίων Ελληνικών, για άλλες στο κοντινό μέλλον διαδρομές μου και κουράσεις, αλλά είναι και αυτό θέμα άλλης ιστορίας]. Στα επόμενα χρόνια, όπως συχνά σκαρώνει και αποφασίζει η ζωή, χαθήκαμε με τη Μπε-άα-τε. Δεν υπήρξε κάποιος λόγος που χάσαμε επαφή, αλλά μάλλον το ανάποδο συνέβη: δεν υπήρχε ίσως και λόγος να την κρατήσουμε. Είμαστε «friends» τύποις στο Facebook από το 2007 ήδη, αλλά έχω καιρό να μπω στο προφίλ της. Τελευταία φορά που είχα μπει είδα ότι, από τα ελάχιστα στοιχεία που πόσταρε, βασικά έγραφε ότι παίζει με φανατισμό βελάκια σε τοπικά τουρνουά darts, σε Βιεννέζικες παμπ.

Γιατί τα θυμήθηκα ετούτα, στα μέσα του φετινού καλοκαιριού; Και τι σχέση έχουν ο Κλιμτ, ο γερο-Σίγκμουντ, τα μπρέτζελ και η sachertorte με τον Τσιτσάνη; Α, μα γιατί η Μπεάτε είχε ξετρελαθεί με την Ελλάδα, με τον ήλιο, τις παραλίες. Με όλα αυτά τα «δεδομένα» μας, τα υπερκλισέ μας. Όσο της έλεγα ότι λατρεύω τους Κλιμτ και Έγκον Σίλε και ότι ξετρελάθηκα που έβλεπα τις αίθουσες που έπαιζε μικρός ο Μότσαρτ μπροστά στη Μαρία Θηρεσία, αυτή μου έλεγε ότι δεν μπορούσε να ξεχάσει που τσάκιζε ουζάκια στη Χαλκιδική κάποια φορά. Ότι ήταν το πιο ωραίο καλοκαίρι στη ζωή της. Λίγες μέρες με τους γονείς της, φοιτήτρια τότε, να χαλαρώνουν στη Χαλκιδική. Ο ήλιος να λαμπυρίζει, με τα πεύκα αντίκρυ και όλα αυτά τα τόσο «δεδομένα» ημών. Και ότι είχε μάθει από φιλομάθεια και για τον Τσιτσάνη, αφού είχε ακούσει το «Απόψε στις ακρογιαλιές» από τα μεγάφωνα του ουζερί. Πήγα να της πω ότι το είχα χορέψει πολλές φορές, σε χασαποσέρβικη περιδίνηση, με παρέες, με 200 χτύπους καρδιάς το λεπτό, σε ακόμα παλιότερες εποχές, νομίζω πολύ πριν ανακαλύψω Κλιμτ, Σίλε, Σενμπρουν, ζαχερτούρτες. Δεν της το είπα όμως, απλά ήπια μια γουλιά κρύα μπύρα, με τρόπο.

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter


Στο:Αυτό δεν είναι τραγούδι Tagged: Βασίλης Τσιτσάνης, Ειρήνη Βεργοπούλου

from dimart http://ift.tt/2aDLdUU
via IFTTT

Σάββατο 6 Αυγούστου 2016

Ήλιε, ήλιε αρχηγέ

Αυτό δεν είναι τραγούδι #771
Dj της ημέρας, η Νατάσσα Συλλιγνάκη

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου παρακολουθώ τις τελετές έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων. Όχι πως είμαι καμία φανατική του θεσμού — ζήτημα να δω έναν αγώνα μπάσκετ, λίγο τένις ή ενόργανη, κυρίως κοριτσιών. Όμως μ’ αρέσει το αυστηρό τελετουργικό της έναρξης, το πρωτόκολλο που τηρούν πάντα ευλαβικά, η παρουσίαση που κάνει κάθε διοργανώτρια χώρα σχετικά με την ιστορία και τον πολιτισμό της, η πολύχρωμη παρέλαση των αθλητών, ο Ολυμπιακός Ύμνος κάθε φορά σε άλλη γλώσσα, η αφή της Φλόγας. Κάθε χρόνο, ειδικά τα τελευταία (πολλά), την βλέπω με παρέα ό,τι ώρα και να είναι, και σχολιάζουμε τα δρώμενα, τις στολές των αθλητών («πάλι χάλια είναι οι Γερμανοί, σαν ταμένα, μόνο το σανδάλι με την κάλτσα τους λείπει!», «Μα τι κούκλος αυτός ο πρώτος αθλητής του Τάε Κβο Ντο των νήσων Τόνγκα, με τη φούστα!»), τις εκφράσεις τους — άσε που μαθαίνουμε και 2-3 καινούριες χώρες κάθε φορά. Δεν θα είχα ιδέα για το πού είναι (ή τι είναι) το Τουβαλού, το Μπουτάν ή το Ναουρού για παράδειγμα, από παρέλαση αθλητών κάποιας χρονιάς τα έμαθα!

Δεν έχω καθαρές μνήμες από την τελετή έναρξης του Μόντρεαλ το ’76, ήμουν πολύ μικρή — άλλωστε νομίζω το μόνο που θυμάται όλος ο κόσμος από κείνη την Ολυμπιάδα είναι το μποϊκοτάζ των αφρικανικών χωρών και τα επτά δεκάρια της Νάντιας Κομανέτσι. Το 1980 όμως θυμάμαι πολλά περισσότερα. 1980_USSR_stamp_Olympic_mascotΚυρίως τον Μίσα, την πιο πετυχημένη μασκώτ των αγώνων ως σήμερα, το γλυκό αρκουδάκι που θαρρείς ήταν βγαλμένο από παραμύθια για παιδιά, και που δάκρυσε από χαρά στο τέλος. Σε αντίθεση με τον Σαμ, τον αετό του Λος Άντζελες το 1984 που, παρ’ ότι ήταν σχεδιασμένο από τα στούντιο της Ντίσνεϊ, καθόλου δεν μου άρεσε! Θυμάμαι έντονα την υπέροχη έναρξη της Βαρκελώνης το 1992, με τα λουλούδια, την Μονσερά Καμπαγιέ και τον Χοσέ Καρρέρας, τους πίνακες του Πικάσο και του Νταλί, το φλεγόμενο βέλος που άναψε τον δικό τους βωμό. Θυμάμαι το αξεπέραστο κιτς της τελετής της Ατλάντα το 1996, με κείνα τα παιδάκια που τα είχαν ντύσει σαν διαστημάνθρωπους και χόρευαν, τον άνθρωπο που έκαναν να πετάει με jetpack και τον πιο κακόγουστο βωμό φλόγας που είδα ποτέ. Θυμάμαι την Κάθι Φρίμαν να ανάβει εντυπωσιακά τον βωμό στο Σίδνεϊ το 2000. Θυμάμαι την τελετή της Αθήνας το 2004, υπόδειγμα κομψότητας, χάρης, αρμονίας (και την αντίθεσή της, αυτή την αντίθεση που και σαν έθνος μας χαρακτηρίζει, με την μπουζουκοπόπ λήξη των αγώνων). Θυμάμαι την απίστευτα εντυπωσιακή, άρτια και με απόλυτο συγχρονισμό έναρξη της Κίνας το 2008, την έξοχη μουσικά, εντελώς «ευρωπαϊκή» του Λονδίνου το 2012, με την συμμετοχή του James Bond και της βασίλισσας.

1042711_16925722Είχα αποφασίσει να μην δω φέτος τίποτα από το Ρίο. Για πολλούς λόγους — έχω απολύτως ξενερώσει με τη διοργάνωση, και από όσα διάβαζα όλες αυτές τις μέρες υπέθετα πως θα είναι κάτι σαν το καρναβάλι (αντιπαθώ τα καρναβάλια). Όμως τα χούγια μιας ζωής δεν κόβονται, κι έτσι άνοιξα το λινκ δύο παρά κάτι να δω τουλάχιστον την αρχή. Πολύ «αλουμινόχαρτο», πολύ γυαλιστερά και χρωματιστά όλα, πολύ φασαρία — οπτική και ακουστική. Σαν ένα πάρτι χωρίς θέμα μου φάνηκε — μόνο που αυτό το κάνουν στην Τελετή Λήξης, όχι Έναρξης! Μου άρεσαν ελάχιστα σημεία: οι αναφορές στην ιστορία της Βραζιλίας με τους άποικους από Ευρώπη και Αφρική, και όταν άρχισε να θυμίζει μεταμεσονύχτια ντοκιμαντέρ της Ερτ για την καταστροφή του περιβάλλοντος και τους πάγους που λιώνουν, τονίζοντας την οικολογική καταστροφή που έχουμε προκαλέσει. Μου άρεσε ακόμα η ιδέα με τους «σπόρους των αθλητών»  Νύσταξα όταν άκουσα τον ύμνο της Βραζιλίας, και με το που είδα τους Έλληνες αθλητές να μπαίνουν στο στάδιο με πήρε ο ύπνος.

Αλλά οι συνήθειες όλου του χρόνου δεν εξαφανίζονται σε πέντε μέρες άδειας, κι έτσι ξύπνησα αξημέρωτα όπως πάντα, με το λάπτοπ στο κομοδίνο δίπλα μου ανοιχτό. Ήταν ακριβώς τη στιγμή που έμπαινε ο αθλητής με τη φλόγα στο στάδιο, είπα ας δω το φινάλε. Κι εκεί που όλοι περίμεναν την φίρμα της χώρας, τον Πελέ, να ανάψει το βωμό μέσα στο Μαρακανά, το έκανε ο Βαλντερέι Κορντέιρο ντε Λίμα, ο μαραθωνοδρόμος που καθυστέρησε (γιατί ένας παλαβός πετάχτηκε μπροστά του και τον έσπρωξε) στην Αθήνα και τερμάτισε τρίτος αντί για πρώτος στον (αυθεντικό) Μαραθώνιο. Ανέβηκε λοιπόν μια σκάλα κι άναψε ένα «τσουκάλι’ — και πριν προλάβω να σκεφτώ «τι παράξενος βωμός» και «πού είναι ο δικός μας, κομψός σαν φύλλο ελιάς», το τσουκάλι ανέβηκε ψηλά και «μπήκε» στο κέντρο ενός γλυπτού, που έμοιαζε με ήλιο. Κι ήταν η υπέροχη, ευχάριστη έκπληξη της βραδιάς, όταν το γλυπτό άρχισε να κινείται και να αναδιπλώνεται, λάμποντας. Απίθανο! Πρόκειται για ένα γλυπτό με την μέθοδο Kinetic art (κινητική τέχνη), κι αν κατάλαβα καλά η κίνηση γίνεται με τον άνεμο. Η δε φλόγα θα είναι μικρότερη, καίγοντας λιγότερο αέριο από τις προηγούμενες χρονιές, απελευθερώνοντας λιγότερους ρύπους στην ατμόσφαιρα και ενισχύοντας έτσι τον «οικολογικό» χαρακτήρα που θέλησαν να δείξουν οι διοργανωτές. Πραγματικά όμορφο, συμβολικό, τρομερά έξυπνο με την κίνηση — εύγε στον Anthony Howe, που το έφτιαξε. Νομίζω ήταν το καλύτερο μέρος της τελετής, κι αυτό που την «έσωσε» στα δικά μου μάτια. Μου άρεσε τόσο που δεν σχολίασα τις (απαράδεκτες, ακόμα κι αν «δικαιολογούνται» από την οικονομική κρίση της χώρας) αποδοκιμασίες στον πρόεδρο την ώρα που κήρυξε την έναρξη των Αγώνων. Πρώτη φορά στα χρονικά συμβαίνει αυτό, από όσο μπορώ να θυμηθώ. Και σε συνδυασμό με την κακή γενικά (ως τώρα, από όσα ακούγονται) εικόνα της διοργάνωσης, αφήνει άσχημη γεύση.

Όταν ξύπνησα ξανά (γιατί φυσικά με πήρε πάλι ο ύπνος), στο μυαλό μου έπαιζε ένας άλλος ήλιος που αγαπώ:

 

 

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter


Στο:Αυτό δεν είναι τραγούδι Tagged: Anthony Howe, Βαλντερέι Κορντέιρο ντε Λίμα, Διονύσης Σαββόπουλος, Νατάσσα Συλλιγνάκη, Vanderlei Cordeiro de Lima

from dimart http://ift.tt/2aCj4Q4
via IFTTT