Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2023

Η προφητεία της Μπέατρις

Η Νίκη Κωνσταντίνου-Σγουρού και η Μαρία Τοπάλη διαβάζουν βιβλία για παιδιά και τα συζητούν μεταξύ τους — γραπτά. Κάθε Τρίτη!

Kate DiCamillo: Η προφητεία της Μπέατρις
Εικόνες:
Sophie Blackall
Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου-Άγγελος Αγγελίδης
Εκδόσεις Διόπτρα, 2022

 

Η Μαρία στη Νίκη:

Τα περασμένα Χριστούγεννα διάβασα «Το θαυμαστό ταξίδι του Έντουαρντ Τιουλέιν». Αισθάνθηκα ευγνωμοσύνη που στην ηλικία μου (είμαι συνομήλικη της συγγραφέως που γεννήθηκε το 1964) δοκίμασα ξανά αυτό το ξεχασμένο είδος της συγκίνησης, που όταν ήμουν μικρή το κατανάλωνα με μανία. Αναρωτήθηκα ποια είναι η χημική αντίδραση που μου προκάλεσε η ΝτιΚάμιλλο· θυμήθηκα το βιβλίο της παιδικής ηλικίας σαν μια κατάσταση ηδονής, από την οποία υπήρχε αναμφίβολα εξάρτηση. Τι έδινε τότε το βιβλίο που σε έκανε να θέλεις μανιασμένα να πας παρακάτω και ταυτόχρονα να θέλεις απελπισμένα να μην τελειώσει; Τα ίδια και καλύτερα έπαθα με την Μπέατρις και τα Χρονικά της Θλίψης. Και αναρωτήθηκα ξανά, ποια είναι η συνταγή. Η λέξη-κλειδί είναι, νομίζω, η θλίψη. Νομίζω ότι η ΝτιΚάμιλλο ξεκινά αποδεχόμενη ένα υπόβαθρο θλίψης μέσα στην καθεμιά και στον καθένα μας. Οι ήρωες και οι ηρωίδες της παλεύουν περισσότερο με τη θλίψη παρά με τον φόβο. Με τα βαθιά και σκοτεινά νερά εντός μας, που τα τροφοδοτούνε βέβαια και κάποιες οδυνηρές περιστάσεις του βίου – πώς αλλιώς; Όλη η περιπέτεια στήνεται με βάση αυτή τη μάχη του σκοτεινού μέσα κόσμου, ενώ ταυτόχρονα πέφτει από την αρχή στο χώμα και ο σπόρος της αγάπης, που μεγαλώνει σαν τρυφερή περικοκλάδα κατά μήκος της πλοκής. Αυτή είναι πάνω-κάτω η ιστορία κάθε ανθρώπινης ψυχής, αν θέλουμε να την κοιτάξουμε χωρίς υπερβολικά πολλές διαμεσολαβήσεις.

Μεγάλη μαγκιά, σκέφτομαι, να μιλάς στα παιδιά, αλλά και στους μεγάλους, για τη μέσα θλίψη και να είναι ωραίο αυτό που λες. Η Προφητεία της Μπέατρις είναι ένα στοιχειώδες παραμύθι, αλλά η επιθετική κατσίκα Ανσουέλικα και ο αλλήθωρος καλόγερος Έντικ είναι δυο θαυμάσια ευρήματα. Δεν καλλωπίζουν, αλλά μέσα στην σχεδόν αβάσταχτη, σκληρή αλήθεια τους, παρηγορούν. Έτσι όπως παρηγοριέται η Μπέατρις καθώς γαντζώνεται στο αυτί της Ανσουέλικα, προπάντων όμως όπως παρηγοριέται ο φοβητσιάρης και χαρισματικός Έντικ με τις καραμέλες. Πριν ανοιχτεί στην περιπέτεια «πήγε στην κουζίνα και ζήτησε απ’ τον αδελφό Αντουάν μια χούφτα καραμέλες». Κι εκείνος του έδωσε αφειδώς, κι ας μην πίστευε στην επιτυχία της αποστολής του: «καραμελάκια σε σχήμα λουλουδιών και πουλιών και μισοφέγγαρων και αστεριών· και φυσικά καραμελάκια σε σχήμα μικρών σαστισμένων ανθρώπων».

Με τη βοήθεια του google διαπιστώνω ότι υποστηρίχθηκε πως η ΝτιΚάμιλλο είναι πολύ κατάλληλη (και) για ενήλικες. Δεν πρωτοτυπώ λοιπόν καθώς μοιράζομαι εδώ τον ενθουσιασμό μου. Ζηλεύω για μιαν ακόμη φορά τους Αγγλοσάξονες που όπως στην ποίηση έτσι και στο παραμύθι κεντάνε τόσο πετυχημένα πάνω στα παλιά μοτίβα της μεγάλης τους παράδοσης – γιατί ο αέρας του μεσαιωνικού παραμυθιού είναι παντού στα βιβλία της ΝτιΚάμιλλο. Δεν έχω προλάβει να αναζητήσω τα πρωτότυπα, πάντως η γλώσσα, ο ρυθμός και ο τόνος των μεταφραστών της ελληνικής έκδοσης κάνουν το παραμύθι να κυλά σαν μέλι. Και φυσικά, όπως κάθε καλό παραμύθι, κρύβει και μια μέλισσα μέσα του. Μια γιαγιά-μέλισσα. Βρίσκεις ότι τα παραλέω;

 

Η Νίκη στη Μαρία:

Δεν βρίσκω καθόλου να τα παραλές. Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο με φοβερή δυσπιστία γιατί κάτι δεν μου κολλούσε. Συνήθως τα βιβλία που έχουν προφητείες και τέτοια τα βαριέμαι, η ζωγραφιά στο εξώφυλλο μου φάνηκε κάπως περίεργη… Το βράδυ που το άνοιξα για να διαβάσω μια-δυο σελίδες πριν κοιμηθώ, κάπως από αγγαρεία επειδή το είχες διαλέξει και έπρεπε να σου απαντήσω, διάβασα το μισό. Και όταν ξύπνησα, έπλυνα δόντια και ρούφηξα μερικές σελίδες γέρνοντας πάνω από την καφετιέρα. Και ενώ γύρω μας είναι ακόμα απελπιστικό καλοκαίρι, φύσηξε ένα γλυκό φθινοπωρινό αεράκι και αισθάνθηκα όλες τις λιακάδες του βιβλίου παρηγορητικές και υπέροχες – παρόλο που τις μέρες με λιακάδα του βιβλίου, το φως λούζει το σκηνικό διάφορων τρομερών και συχνά φριχτών πραγμάτων. Κοσμοϊστορικών σίγουρα. Ήθελα να αγκαλιάσω όλους τους ήρωες, να μυρίσω την κατσίκα με το σκληρό σαν πέτρα κεφάλι, να δοκιμάσω μελένιο καραμελάκι και να δω τα πρώτα γράμματα του αγοριού. Και μέσα στον ενθουσιασμό μου, δεν ήθελα να τελειώσει. Ακριβώς όπως τα λες. Εμένα βέβαια ακόμα με κρατάει αυτός ο παιδικός εθισμός ξύπνια πολλά βράδια και ακινητοποιημένη διάφορα πρωινά.

Αυτές τις μέρες είμαι τρομερά θλιμμένη. Τα πράγματα που συμβαίνουν καθημερινά με βυθίζουν και με απογοητεύουν. Νιώθω θλιμμένη και ματαιωμένη. «Νιώθω θλίψη», λέει η Μπέατρις, «είμαι με τους αδελφούς του Τάγματος των Χρονικών της Θλίψης και νιώθω θλίψη» και η αφηγήτρια σχολιάζει ότι η κυκλική αλήθεια αυτής της σκέψης την κάνει να γελάσει. Έτσι ένιωσα κι εγώ, τις μέρες αυτής της γενικευμένης θλίψης έπιασα στα χέρια μου τα Χρονικά της Θλίψης: πόσο ταιριαστό! Ενθουσιάστηκα που ένα βιβλίο για πιο μικρές από μένα αναγνώστριες αναρωτιέται ρητά πώς να αντέξει κανείς αυτό τον άθλιο κόσμο, τον γεμάτο προδοσίες, αποχαιρετισμούς και πληγές. Όσα αφηγείται το βιβλίο, όσα γράφονται και όσα σκέφτεται και βιώνει η μικρή ηρωίδα – η φωτεινή και θλιμμένη, κουρεμένη σαν νεαρός μοναχός και κρυμμένη κάτω από ένα ράσο – ήρθαν σαν ένα απροσδόκητο χάδι. Προσπάθησαν να απαντήσουν στο ερώτημα. Η ιστορία και τα πρόσωπα ήταν τόσο παρηγορητικά. Μέσα στο στοιχειώδες, όπως λες, παραμύθι διατυπώνονται μερικές αλήθειες λαμπερές και ηλιόλουστες, τόσο σπαραξικάρδιες και ανακουφιστικές ταυτόχρονα. Ένας χάρτης για τη μέσα θλίψη και τα νήματα που μας φέρνουν σπίτι, εκεί που είναι οι αγκαλιές και οι ιστορίες και τα καραμελάκια και η επούλωση του τραύματος. Ο μοναχός Έντικ που πάντοτε είχε υπάρξει φοβισμένος δεν ζητάει τα καραμελάκια για εκείνον, αλλά για να τα μοιραστεί. Για να τα δώσει στο πλάσμα εκείνο που τον έκανε γενναίο: γενναίο με έναν τρόπο ταιριαστό στον ήπιο και διστακτικό χαρακτήρα του. Τον τραυματισμένο από τον γύρω κόσμο που τον ήθελε «κανονικά» γενναίο. Το αλλήθωρο μάτι του συναντά το αυτί της δαιμονισμένης κατσίκας και το βλέμμα της Μπέατρις. Τότε, εκεί διατυπώνονται αλήθειες – προφητείες που θα αλλάξουν τον κόσμο. «Άμα είσαι γενναίος, αγαπάς. […] Αυτό, ο Αδελφός Έντικ μπορούσε να το κάνει καλύτερα απ’ όλα τ’ άλλα· το έκανε καλύτερα απ’ όλα τ’ άλλα».

Η ζωή μας, μας λέει αυτό το παραμύθι, είναι ιστορίες: τα μελλούμενα, οι αφηγήσεις από το παρελθόν, τα παραμύθια, οι λέξεις που δειλά ή τολμηρά γράφουμε. Στις μεγάλες δυσκολίες και στα σκοτάδια της μνήμης, η Μπέατρις μουρμουρίζει μια φράση από ένα παραμύθι, μια ερώτηση που κλείνει μέσα της όλη την απόγνωση και επαναλαμβάνεται σαν leitmotif: Τι κόσμος είναι αυτός στον οποίο βρίσκομαι και πώς θα ζήσω σε αυτόν; Όμως σε αυτόν τον κόσμο, που ζουζουνίζει ενθαρρυντικά μια μέλισσα, υπάρχουν εκείνοι που σε αγαπούν και θα έρθουν να σε ψάξουν. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο. Είναι η διαβεβαίωση πως «όλοι μας, στο τέλος, θα βρούμε τον δρόμο και θα γυρίσουμε σπίτι».

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις ευ-πο / λυ-πο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/mzHMYdp
via IFTTT

Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2023

Οι άντρες (δεν) κλαίνε

Η Νίκη Κωνσταντίνου-Σγουρού και η Μαρία Τοπάλη διαβάζουν βιβλία για παιδιά και τα συζητούν μεταξύ τους — γραπτά. Κάθε Τρίτη!

Οι άντρες δεν κλαίνε
Κείμενο – εικονογράφηση: JoanTuru
Μετάφραση: Μάρω Ταυρή
Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2023

 

Η Νίκη στη Μαρία:

Πριν από κάποιον καιρό, η φίλη μου, η Μυρτώ, μου είπε να διαβάσω οπωσδήποτε αυτό το βιβλίο, γιατί εκείνης της άρεσε πολύ. Φοβήθηκα λίγο πως θα είναι από αυτά τα βιβλία που εσύ λες πως αρέσουν στους μεγάλους και όχι στα παιδιά. Ο τίτλος μου φάνηκε λίγο προφανής, το αμέλησα και το έπιασα μετά από κάποιον καιρό. Οι συγκυρίες ταίριαξαν και το βιβλίο ακούμπησε πάνω στις συζητήσεις εκείνων των ημερών. Πιστεύω πως είναι από εκείνα τα βιβλία που θα αρέσουν στα παιδιά, αλλά δεν θα παραδεχτούν πως τους αρέσουν. Δεν είναι δηλαδή ένα από εκείνα που θα πουν «μαμά, διάβασέ το μου πάλι», αλλά η φιγούρα του Νιλ και η κακή του μέρα θα φωλιάσει μέσα τους. Θα είναι ένα μικρό αγκαθάκι, ένα πολύ γνώριμο μικρό αγκαθάκι.

Ο Νιλ είναι ένα αγόρι που διαπιστώνει πως πρέπει να γίνει άντρας. Βρίσκω έξυπνο αυτό το παιχνίδι των λέξεων: σαν οι άντρες να είναι μια άλλη κατηγορία ανθρώπων, μια άλλη «πίστα». Όταν γίνεσαι άντρας δεν υπάρχει επιστροφή, δεν επιτρέπεται πια να είσαι αγόρι, να φέρεσαι σαν παιδί. Λέω μάλλον αυτονόητα πράγματα, αλλά αυτό είναι το γνώριμο αγκαθάκι που βασανίζει πολλά από εμάς άμεσα ή έμμεσα. Ο Νιλ λοιπόν κάνει μια έρευνα και συγκεντρώνει σε ένα πλήρες σχεδιάγραμμα όλα τα στοιχεία που χρειάζεται να έχουν οι άντρες. Κάνει μια εύστοχη παρατήρηση και αναρωτιέται ποιος θα του μάθει να είναι άντρας: είναι μήπως δουλειά του σχολείου; Αφού όλα τα αγόρια το μαθαίνουν και μεταμορφώνονται κάποια στιγμή, κάπου θα πρέπει να μοιράζονται οι οδηγίες. Εδώ μάλιστα το βιβλίο κλείνει πολύ έξυπνα το μάτι στους γονείς, λέγοντάς τους πως όσο κι αν προσπαθήσουν, όσο κι αν διαλέγουν για το παιδί τους βρακί με καρδούλες ή του προτείνουν να παίξει με κούκλες, η πατριαρχία και η απαίτηση για αρρενωπότητα θα τα βρει και θα εισχωρήσει ύπουλα στα δημοκρατικά, ανεκτικά και ισότιμα σπίτια τους. Οι καλύτερες οικογενειακές προθέσεις συναντούν τα στερεότυπα, τις πολεμικές μηχανές, τους μύες, τις σπασμένες μύτες, τις αυστηρά μπλε φορεσιές.

Έτσι, ο Νιλ ακολουθεί το μάνιουαλ αρρενωπότητας και ενώ τα καταφέρνει μια χαρά ολοκληρώνοντας χωρίς πρόβλημα την αντρική αποστολή του (αποφεύγει τη φίλη του, πλακώνεται, κοροϊδεύει), περνάει απαίσια. Πηγαίνει στον γιατρό και βάζει τα κλάματα. Νιώθει φοβερές τύψεις αφού έμαθε πως οι άντρες δεν κλαίνε, αλλά ο καλός γιατρός, αυτός ο απαλός και γλυκός άνθρωπος, του εξηγεί το κόλπο. Αυτός κλαίει και είναι και άντρας! Έτσι, ο Νιλ την επόμενη μέρα πάει στο σχολείο αποφασισμένος να γίνει ο άντρας που ήθελε να είναι. Τόσο απλά. Λες και είναι τόσο απλά…

Το βιβλίο ωστόσο δεν είναι διδακτικό παρά τη σαφή του θέση. Ούτε ενισχύει προβληματικά το δίπολο άντρας-γυναίκα, αφού δεν φτιάχνει μια τέτοια αντιθετική σχέση. Πολύ έξυπνα μιλάει μόνο για την αρσενική πλευρά και συζητάει την αγωνία του αγοριού μπροστά στο πάντα παρόν φάντασμα της ματσίλας. Είναι μια καλή υπενθύμιση και ένα ασφαλές εργαλείο αναστοχασμού. Η μέρα που το διάβασα ήταν μέσα σε εκείνες που είχε ξεσπάσει το υποτιθέμενο «σκάνδαλο» γύρω από την προβολή της ταινίας «Αγόρια στο ντους» (2021) σε μια σχολική τάξη. Αισθάνθηκα πως η ταινία και το βιβλίο είναι φτιαγμένα από τα ίδια υλικά και μιλούν για την ανάγκη των αγοριών να μεγαλώνουν αλλιώτικα μέσα σε έναν πατριαρχικό κόσμο που είναι φτιαγμένος για να καταπιέζει. Σε έναν κόσμο που τους ουρλιάζει σαν προπονητής σε αποδυτήρια, που δεν τα αφήνει να παίρνουν ανάσες και να μένουν αγόρια, παιδιά, πλάσματα, ήρεμα και απαλά.

 

Η Μαρία στη Νίκη:

Όχι, σε καμία περίπτωση δεν θα πω ότι είναι από αυτά τα βιβλία που αρέσουν μεν στους μεγάλους αλλά όχι στους μικρούς. Φαντάζομαι πολλούς άντρες, μικρούληδες αλλά και κάπως μεγαλύτερους, να βυθίζονται στην ανάγνωσή του. Πρώτα-πρώτα είναι άριστα φτιαγμένο. Οι εικόνες και η σχέση εικόνας-αφήγησης είναι ακριβώς τόσο-όσο. Έπειτα, δεν λέει και κάτι πολύ δυσνόητο. Πάει αδίστακτα και κατευθείαν στο ψητό, και αυτό έχει πάντα τα καλά του. Ίσως γιατί ξέρει ο συγγραφέας με τι αγωνία και τι κρύο ιδρώτα προσέρχεται κανείς στις σελίδες για να λάβει απάντηση και ανακούφιση. Προσπαθώ να σκεφτώ τις ηλικίες. Κλίνω υπέρ του 3-103. Ίσως το «3» είναι υπερβολικά νωρίς, σίγουρα πάντως από τα 5 και μετά θα πρέπει να τίθενται τέτοια ερωτήματα στα αγόρια.

Προσπαθώ να σκεφτώ την ιστορία-πίσω-από-την-ιστορία. Αυτός ο Νιλ στην αρχή ήταν απλώς «ένα πολύ χαρούμενο παιδί». Αυτό υποβάλλει ίσως μια τρυφερή και ανεκτική οικογένεια: ο Νιλ μοιάζει να αναπτύσσεται μες στην καλή χαρά, και κάτι απ’ έξω έρχεται να διαταράξει την παραδείσια και αθώα παιδικότητά του. Ή μήπως όχι; Οι πρώτοι που ενοχοποιούνται βρίσκονται, πληροφορούμαστε αμέσως μετά, εντός των τειχών: οι άντρες της οικογένειας, ο παππούς- η μαμά και ο μπαμπάς είναι αόρατοι, κι αυτό το βρίσκω ευφυές, γιατί με τον τρόπο αυτόν η αναγνώστρια/της τους γεμίζουν ασύστολα με το δικό τους, ιδιαίτερο περιεχόμενο….

Άρα, ο Νιλ-νήπιο απολάμβανε ίσως κάποια ιδιαίτερα προνόμια που σταδιακά απειλήθηκε να καταργηθούν; Μήπως ήταν τότε που ο Νιλ βρισκόταν κυρίως στη φροντίδα και υπό την εξουσία των γυναικών; Νομίζω πάντως πως οι οικογένειες που κάνουν διάκριση, την κάνουν από την πρώτη μέρα, που λέει ο λόγος. Ίσως θέση οικογένειας επέχει εδώ η κοινωνία ολόκληρη, η παράδοση, που είναι εμπεδωμένη και ισχυρή; Όπως και να ’χει,  το πρώτο «μάθημα» είναι ότι όταν επιχειρείς να αυτοπαραμορφωθείς, σε πιάνει ναυτία. Αυτό το ξέρουμε όλα, που λες κι εσύ, Νίκη. Άρα, μάθημα πρώτο (το δοκιμάζω ξανά): να είσαι ο εαυτός σου, αλλιώς θα σου έρθει εμετός. Πολύ χρήσιμη επισήμανση πολλαπλών χρήσεων. Ε, και το δεύτερο μάθημα, ωραίο είναι κι αυτό: η επιστήμη (ο γιατρός) είναι με το μέρος μας. Δεν είμαι σίγουρη ότι είναι πάντα έτσι στην πράξη, ιδίως στην Ελλάδα, αλλά για τις ανάγκες της μυθοπλασίας είναι σκόπιμο να εκπροσωπούνται οι δυνάμεις του καλού από μιαν αυθεντία: αν δεν είναι ο γονιός θα είναι ο δάσκαλος και αν δεν είναι ο δάσκαλος θα είναι ο γιατρός.

Έρχεται ένα σημείο καμπής, στα πέντε ή στα δεκαπέντε. Μπορεί καμιά φορά και αργότερα. Κάθε τόσο, κάτι ή κάποιος θα θυμίσει στα αγοράκια αυτή την συγκεκριμένη ανοησία, και στα κοριτσάκια άλλες ανοησίες, που και αυτές σφάζουν και ακρωτηριάζουν και πληγώνουν. Φτάνει η στήριξη από μιαν αγαθή αυθεντία όταν το υπόλοιπο σύμπαν είναι αντίθετο; Εδώ βρίσκω ότι το βιβλίο παραείναι βιαστικό να λύσει τον κόμπο. Και ίσως να αδικεί κιόλας τον κόσμο που (πλέον) μας περιβάλλει. Ίσως δε λείπουν πια τα παραδείγματα μιας άλλης αρρενωπότητας ακόμα και στα ΜΜΕ. Θα αρκούσε κάπου να μας δείξει έναν μπαμπά να αλλάζει πάνες στο μωρό του — έχω άδικο; Ίσως και καμιά διάσημη σκηνή στο σινεμά με άντρα που κλαίει; Άνω τελεία. Θα έχουμε ξανά την ευκαιρία να το συζητήσουμε όλο αυτό.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις ευ-πο / λυ-πο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/WdfvGiH
via IFTTT

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2023

Οι Άθλιοι

Η Νίκη Κωνσταντίνου-Σγουρού και η Μαρία Τοπάλη διαβάζουν βιβλία για παιδιά και τα συζητούν μεταξύ τους — γραπτά. Κάθε Τρίτη!

Victor Hugo: Οι Άθλιοι
Διασκευή: Μιχάλης Μακρόπουλος
Εικονογράφηση: Βασίλης Κουτσογιάννης
Εκδόσεις Διόπτρα, 2022

 

Η Νίκη στη Μαρία:

Δεν ξέρω ποια είναι η γνώμη σου για αυτά τα βιβλία που είναι διασκευές κλασικών μυθιστορημάτων και απευθύνονται σε παιδιά ή εφήβους. Εμένα μου φαίνονται θεωρητικά χρήσιμα, αν και συχνά τα βαριόμουν όταν ήμουν σε εκείνη την ηλικία. Θυμάμαι να ξεφυλλίζω τις εκδόσεις της Άγκυρας και να παίρνω μια ιδέα για την πλοκή, μετά λίγο να μπερδεύομαι, μετά να χάνω το ενδιαφέρον μου και να διαβάζω μόνο το τέλος για να μου λυθεί η απορία, χωρίς όμως να έχω αποκτήσει καμία απολύτως σύνδεση με τους ήρωες. Έπιασα στα χέρια μου αυτή τη διασκευή που έκανε ο Μιχάλης Μακρόπουλος στους Άθλιους του Ουγκό, χωρίς να ξέρω πως την έχει κάνει ο Μακρόπουλος – χωρίς δηλαδή να έχω ταυτίσει το όνομα με τον συγγραφέα που ήξερα και μου αρέσει πολύ. Το πρόσεξα και το πήρα για να το διαβάσω επειδή μου αρέσει πάρα πολύ η δουλειά του εικονογράφου, του Βασίλη Κουτσογιάννη, και η χαρακτηριστική χρωματική του παλέτα. Τα μωβ του εξωφύλλου ήταν κάπως αρκετά για μένα. Και ευτυχώς που υπήρχαν αυτά τα μωβ γιατί το βιβλίο μου άρεσε πάρα πολύ. Όταν έφτασα περίπου στη μέση, σταμάτησα να το διαβάζω γιατί ήθελα οπωσδήποτε να μοιραστώ την εμπειρία, οπότε έκανα αυτό που κάνω συνήθως και το πήρα μαζί μου στο σχολείο. Ήταν μάλιστα στην πολύ αρχή της σχολικής χρονιάς, ελάχιστα γνωριζόμουν με τα παιδιά της τάξης. Ξεκίνησα να τους διαβάζω μερικές σελίδες σχεδόν κάθε μέρα για τα τελευταία δέκα λεπτά και οι αντιδράσεις των εντεκάχρονων που είχα απέναντί μου επιβεβαίωσαν τη δική μου άποψη. Ενθουσιάστηκαν. Ο τρόπος γραφής, η σύνοψη και η έμφαση που δίνεται κατά τόπους τράβηξε το ενδιαφέρον των παιδιών και πυροδότησε τις συζητήσεις που ήλπιζα να πυροδοτήσει. Μιλήσαμε για τη δικαιοσύνη και το δίκαιο, για το τι σημαίνει να είσαι φτωχός, τα όρια του καλού, την πατρότητα και την γονεϊκότητα από επιλογή, τη θυσία και το αίσθημα της ευθύνης. Ήταν τέλεια. Κανένα μας δεν ήθελε να τελειώσει το βιβλίο και παρατείναμε τις τελευταίες σελίδες όσο πιο πολύ μπορούσαμε με παρεκβάσεις και υποθέσεις. Ο Γιάννης Αγιάννης έγινε σημείο αναφοράς για την κοινότητά μας: επανερχόμασταν συχνά στο κλεμμένο ψωμί ή στα κλεμμένα κηροπήγια. Πιστεύω πως ο Μακρόπουλος πέτυχε κάτι που ο Ουγκό δύσκολα θα πετύχαινε σήμερα σε μια σχολική τάξη. Μας βοήθησε να εμπλακούμε και να συνδεθούμε. Μας έδωσε ακόμα την αφορμή να συζητήσουμε τι σημαίνει διασκευή και μετάφραση, πώς εκδίδονται και επανακυκλοφορούν τα βιβλία και να σημειώσουμε πως ο Ουγκό υπάρχει εκεί έξω στις μεγάλες βιβλιοθήκες άμα τυχόν τον ξαναχρειαστούμε.

 

Η Μαρία στη Νίκη: 

Ανήκω στη γενιά που μεγάλωσε καταναλώνοντας τεράστιες ποσότητες «Άγκυρας» αλλά και «Αστέρος» και άλλων τέτοιων. Εκ των υστέρων αποφάσισα ότι ήταν καλό πράγμα που αυτές οι διασκευές ήταν «κανονικά» βιβλία, με πολλές σελίδες, μικρά γράμματα, λίγες εικόνες (καμιά φορά οι εικόνες ήταν κάτι εξαίσιες γκραβούρες, ξεπατικωμένες από τα πρωτότυπα). Γιατί σε μυούσαν στην μεγάλη αφήγηση. Θυμάμαι ότι ξεκινούσα ένα τέτοιο βιβλίο και παρακαλούσα να μην τελειώσει. Ήθελα να χωθώ μέσα του. Οπότε, όταν με έφερες αντιμέτωπη με αυτούς τους πολύ σύγχρονα διασκευασμένους και μοντέρνα εικονογραφημένους «Άθλιους» κλώτσησε φυσικά μέσα μου η νοσταλγία των παλιών διασκευών, μαζί με εκείνη την αγχώδη επιτακτικότητα: να μάθουν επιτέλους τα παιδιά να διαβάζουν «κανονικά» βιβλία. Αντί να κατακλύζονται από αυτά τα απίστευτα καλαίσθητα, πολυτελή προϊόντα.

Στη συνέχεια, φυσικά, ηρέμησα. Χαλάρωσα και απόλαυσα. Είναι απίστευτο ότι όντως μπορεί να αφαιρεθεί προσεχτικά το 90% ενός κλασικού βιβλίου και να απομείνει μονάχα ο σκελετός του βασικού μύθου. Οι Άθλιοι του Ουγκ’ο προμήθευσαν με μεγάλη αποτελεσματικότητα πρόσωπα-μύθους στον σύγχρονο πολιτισμό. Μέσα στα λόγια όλων μας θα παρελάσει μια στο τόσο ένας Γιάννης Αγιάννης, ένας Ιαβέρης, ένας Γαβριάς. Έχω μια μοναδική αλλά κάπως ουσιώδη ένσταση ως προς την καλή, κατά τα άλλα, διασκευή του Μακρόπουλου, που όλους αυτούς τους μεταφέρει επιτυχώς σε αυτή την πολύ μίνιμαλ εκδοχή. Παρουσιάζεται μια εξέγερση με βάση 2-3 ονόματα βασιλέων και αξιωματικών. Τι μπορεί να καταλάβει κανείς από αυτό; Δεν υπάρχει κανένα πραγματικό ιστορικό πλαίσιο. Πού ήταν το δίκαιο και πού το άδικο; Γιατί οι μεν πήραν το μέρος του ενός εναντίον του άλλου; Γιατί συνυπήρχαν στο οδόφραγμα πλούσιοι και φτωχοί; Σαν να είναι επουσιώδη όλα αυτά ως προς τη βασική εξέλιξη- και είναι, υπό μία έννοια, μην ξεχνάμε όμως ότι στον καιρό του το βιβλίο απευθυνόταν σε ένα κοινό που λίγο-πολύ ήξερε. Άρα, εκεί θα ήθελα αν όχι μια διαφορετική προσέγγιση εντός της κυρίως αφήγησης, σίγουρα κάποιες σημειώσεις περιθωρίου η εισαγωγής.

Η εικονογράφηση κλείνει, νομίζω, το μάτι στους ιμπρεσιονιστές και καλά κάνει, αυτοί απαθανάτισαν το Παρίσι μιας ολόκληρης εποχής, άρα οι ταυτίσεις γίνονται πολλαπλές. Μου αρέσει ότι στην εικονογράφηση πρωταγωνιστεί μάλλον ο χώρος και ο χρόνος παρά τα πρόσωπα. Δεν είναι εύκολο αυτό.

Κατά τα άλλα, ερχόμαστε αντιμέτωποι και με μια πολύ γερή δόση Γαλλίας, με αυτό το φλογερό αλλά ιδιαίτερα σκληρό και άκαμπτο πνεύμα. Ο λόγος που θεωρώ τη διασκευή πετυχημένη, είναι ότι κατάφερε να μου μεταδώσει ανάλογες αισθήσεις όπως και το πρωτότυπο έργο: θυελλώδη συναισθήματα, μεγάλη αγωνία για την έκβαση, και την Ιστορία να προχωρά σαν δρεπανηφόρο, θερίζοντας δεξιά και αριστερά.

 

 

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις ευ-πο / λυ-πο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 



from dimart https://ift.tt/Hk32NPG
via IFTTT

Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2023

Όταν μεγαλώσω θα σας πω

Η Νίκη Κωνσταντίνου-Σγουρού και η Μαρία Τοπάλη διαβάζουν βιβλία για παιδιά και τα συζητούν μεταξύ τους — γραπτά. Κάθε Τρίτη!

Έφη Λαδά: Όταν μεγαλώσω θα σας πω
Εκδόσεις Ψυχογιός, 2023

 

Η Μαρία στη Νίκη:

Το βιβλίο έχει πράγματα που μου αρέσουν πολύ και μερικά που μου αρέσουν λιγότερο. Μου αρέσει η εικονογράφηση. Πάντα αγαπώ τις εικόνες που «γράφουν» στη μνήμη μου αβίαστα, με τη μία. Ας πούμε στη σκηνή που οι απέναντι πολυκατοικίες γέρνουν ολόκληρες, ελαστικές σαν κλαδιά δέντρων, με τους ανθρώπους στα μπαλκόνια τους για να ακούσουν τη μικρή Λουΐζα να τραγουδά, υπάρχει αυτή η εικόνα που την αγαπώ ήδη, χωρίς απαραίτητα να θέλω να ξέρω τί ακριβώς «λέει».

Μου αρέσει επίσης η δομή με το μοτίβο που επαναλαμβάνεται: μήπως να γίνει αυτό όταν μεγαλώσει; Μήπως να γίνει το άλλο; Αυτού του είδους τα μοτίβα, και μάλιστα με τη μορφή ερώτησης, δημιουργούν μια κλιμάκωση – γερά εμπεδωμένη άλλωστε μέσα στην ποιητική παράδοση της γλώσσας- που δίνει και στους ενήλικες, όταν διαβάζουν μια τέτοια ιστορία στα παιδιά, την ευκαιρία να γίνουν θεατρικοί.

Μου αρέσει η βασική ιδέα: ένα σωρό τρελαμμένοι ενήλικες προβάλλουν πάνω σε ένα μικρό κοριτσάκι του κόσμου τις προσδοκίες και τις απαιτήσεις, μέχρι που η μικρή «πήζει» και βάζει φρένο στην καλοπροαίρετη καταπίεση.

Μέχρι εδώ, καλά. Τί δεν μου αρέσει; Οι βεβιασμένες ρίμες α λα Τριβιζά. Υπάρχει, ιδίως μετά τον Τριβιζά, που είχε όμως τη δική του ξεχωριστή χάρη και σπιρτάδα και πονηριά,  μια τάση να χρησιμοποιούνται ρίμες φτιαγμένες όπως-όπως. Επειδή είναι «παιδικές» όμως, οι ρίμες δεν σημαίνει ότι μπορούν να είναι κακότεχνες. Ας θυμόμαστε ότι αυτήν ειδικά την τέχνη την έχουν ανεβάσει σε πολύ ψηλά επίπεδα άνθρωποι σαν τη Μαριανίνα Κριεζή. Η απλή ρίμα, η «παιδική», θέλει τη δική της μεγάλη τέχνη. Νομίζω ότι το βιβλίο που συζητάμε θα κέρδιζε πολύ αν ήταν γραμμένο απλώς σε πεζά ελληνικά, με ένα καλλιεργημένο παιγνιώδες ύφος. Γιατί ρίμες του τύπου «λένε οι συγγενείς, τρώγοντας γλυκό κεράσι, και ο γείτονας που μάζευε τα φύλλα στο φαράσι» καλύτερα να μένουν. Με βρίσκεις υπερβολική;

 

Η Νίκη στη Μαρία:

Καθόλου υπερβολική δεν σε βρίσκω. Εμένα οι ρίμες δεν μου άρεσαν καθόλου και με απομάκρυναν από το βιβλίο πάρα πολύ. Καλά, εμένα δεν μου αρέσουν ούτε οι ρίμες του Τριβιζά – ελάχιστο Τριβιζά μπορώ να κρατήσω πια και να απολαύσω και να μοιραστώ με τα παιδιά. Και νομίζω για την ενόχλησή μου προς τον Τριβιζά «φταίει» η Μαριανίνα Κριεζή, η οποία μάλλον ευθύνεται συνολικά για πολλά από τα πράγματα που μου αρέσουν ή δεν μου αρέσουν.

Γυρνώντας όμως πίσω εκεί που άρχισε η Μαριανίνα Κριεζή να ασκεί μια τόσο μεγάλη επιρροή σε εμένα, η Έφη Λαδά ήταν επίσης εκεί. Και οι εικόνες που έφτιαχνε ήταν από τις πιο αγαπημένες μου για πάρα πολλά χρόνια. Η φανταστική εικονογράφηση για Τα Γενέθλια της Ινφάντα (σε δική της διασκευή, εκδόσεις Πατάκη) και για τη Μηλιά του Ροΐδη (σε διασκευή Κώστα Πούλου, εκδόσεις Παπαδόπουλος) μου έμαθε έναν τρόπο να ζωγραφίζω, να διαλέγω και να βλέπω μεγαλώνοντας. Είχα ακόμα ένα φοβερό σημειωματάριο με έργα της Λαδά από μία σειρά που είχε κάνει με μαριονέτες, στο οποίο σημείωνα τα πιο σημαντικά πράγματα της ζωής μου τότε που ήμουν στο δημοτικό. Γιατί τα λέω όλα αυτά; Γιατί ενώ αναγνώριζα στοιχεία από την οικεία και πολυαγαπημένη μου αισθητική, το συγκεκριμένο βιβλίο το βρήκα και σε αυτό το επίπεδο κάπως αδιάφορο. Δεν θα το πρόσεχα δηλαδή αν δεν ήξερα ήδη τη Λαδά. Πολλά από τα υπέροχα παραμυθένια της στοιχεία χάνονται στον ρεαλιστικό κόσμο της μικρής Λουΐζας και σε αυτά τα λίγο μεγάλα «παιδικά» κεφάλια που με κάνουν να νιώθω όπως εσύ για τις εύκολες ομοιοκαταληξίες.

Και για να διαφωνήσω σε κάτι ακόμα μαζί σου, θεωρώ πως το θέμα δεν πολυενδιαφέρει τα παιδιά. Μοιάζει περισσότερο με καλοπροαίρετη συμβουλή προς τους ενήλικες, που τους λέει τρυφερά να μην πιέζουν τα παιδιά με τις δικές τους προβολές και επιθυμίες, να μην παίρνουν τόσο στα σοβαρά όλες τις παιδικές ασχολίες – χρήσιμη συμβουλή και πολύ απαραίτητη. Ωστόσο τα παιδιά τείνουν να συμμετέχουν σε αυτό το παιχνίδι του «τι θα γίνεις όταν θα μεγαλώσεις» και να το διασκεδάζουν. Μπορεί κάπου μέσα τους να καταπιέζονται, αλλά δεν θεωρώ πως το βιώνουν ως καταπίεση όσο είναι μικρά, ούτε ως ένα συνεχές βάρος του ενήλικα προς εκείνα. Κανένα παιδί δεν θα έλεγε «αφήστε με να είμαι παιδί! Αφήστε με να χαρώ… Όταν μεγαλώσω θα σας πω» εκτός αν είχε ακούσει τα ίδια αυτά λόγια από κάποιον μεγάλο ήδη.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις ευ-πο / λυ-πο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/lbOTVEH
via IFTTT

Πέμπτη 24 Αυγούστου 2023

Τα δάση

[Ένα ποίημα της Ελένης Κοσμά σε πρώτη δημοσίευση].

Το αίμα που έχω
στα δυο μου χέρια
μου το ’φεραν οι άνεμοι
και τα πουλιά του δάσους.
Καθώς νυχτώνει
όσο πεθαίνουν τα πουλιά
όσο πενθούν τα δάση
ξεπλένω το αίμα και
γίνεται νερό να ξεδιψάσουν οι πελαργοί και τα τρυγόνια·
γίνεται ξύδι να σκουπίσω τα χείλη μου·
γίνεται σύννεφο
γίνεται στάχτη
γίνεται ποταμός.
Το αίμα που έχω
στα δυο μου χέρια
τα κάνει να μοιάζουν
ματωμένα κουπιά.
Καθώς νυχτώνει
όσο βουλιάζουν τα κουπιά
όσο πενθούν οι θάλασσες
ξεπλένω το αίμα
και στα νεκρά μου χέρια
φυτρώνουν ανθοφόροι οφθαλμοί
φυτρώνουν δάση
που στις σπηλιές τους ξαποσταίνουν
τα τρομαγμένα βλέμματα
των ξένων.

* * *

Φωτογραφία εξωφύλλου: Γιώργος Τσακνιάς, Ερυθροπόταμος (Διδυμότειχο), 2010

* * *

Ποίηση σε πρώτη προβολή

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 



from dimart https://ift.tt/RbxhF3E
via IFTTT

Τετάρτη 23 Αυγούστου 2023

«Άνοιξε λίγο το σύρμα»

—της Ελένης Κεχαγιόγλου—

«Η Ελλάδα είναι κράτος δικαίου, με ισχυρό δημοκρατικό κεκτημένο και ανθρωπιστική παράδοση. Η αυτοδικία δεν είναι ανεκτή σε καμία έκφανσή της» σημειώνεται στην ανακοίνωση της ελληνικής αστυνομίας που συνοδεύει τη σύλληψη του «ιδιοκτήτη του οχήματος (αλλοδαπού υπηκόου)» ο οποίος φυλάκισε 25 (κατά δική του δήλωση) ή 13 (σύμφωνα με την αστυνομία) μετανάστες συριακής και πακιστανικής καταγωγής σε ένα τρέιλερ στην Αλεξανδρούπολη.

Ο ρατσιστής φασίστας έκανε μάλιστα live μετάδοση του κατορθώματός του στο FB, όπου ακούγεται να λέει: «Κοιμόμαστε! Μια βόλτα από τη Χηλή μέχρι Σκοπό Βολής έχω φορτώσει 25 κομμάτια εδώ μέσα στο τρέιλερ. Άνοιξε λίγο. 25 κομμάτια. Άνοιξε λίγο το σύρμα» – και όταν το «σύρμα» ανοίγει, βλέπουμε τα τρομαγμένα και έκπληκτα μάτια ενός νέου ανθρώπου, που έχει βρεθεί αντιμέτωπος με το τέρας του κακού.

Η αστυνομία τονίζει ότι η Ελλάδα είναι κράτος δικαίου, με ανθρωπιστική παράδοση και ότι η αυτοδικία δεν είναι ανεκτή. Η αστυνομία, εν προκειμένω, διολισθαίνει σε ένα σοβαρότατο λάθος, το οποίο, αν δεν αποκαλύπτει τη δική της προκατάληψη, ενισχύει σαφέστατα τις προκαταλήψεις. Μιλά για «αυτοδικία» εκ μέρους του τέρατος – και ήδη, έτσι, υπονοεί ότι οι μετανάστες έβλαψαν το τέρας που οδηγήθηκε, ως εκ τούτου, στην αυτοδικία. Και δίνει ως εκ τούτου υπόσταση στο ανατριχιαστικό παραλήρημά του: «Αυτοί είναι ορκισμένοι, άσε, γάμησέ το, αυτοί είναι ορκισμένοι να μας κάψουνε. Γεμάτα τα πουρνάρια. Γεμάτα τα πουρνάρια, παντού, αυτό σας λέω, παιδιά. Οργανωθείτε, βγείτε όλοι να τους μαζέψουμε. Θα μας κάψουνε, αυτό σας λέω μόνο».

Στο παλικάρι από τη Συρία που βρέθηκε στον Έβρο για να κλειστεί «μέσα στο σύρμα» ενός παρανοϊκού που θεωρεί τους μετανάστες και τους πρόσφυγες «κομμάτια», στον φόβο στα μάτια του, σαν να προσωποποιείται η απόγνωση απέναντι στην απάνθρωπη βία που εδράζεται στο μίσος, σε κάθε μίσος εναντίον του «άλλου», του «ξένου».

Θα ήθελα πολύ να μάθω τι απέγιναν οι άνθρωποι, πού βρίσκονται τώρα τα 25 (ή 13) «κομμάτια». Θα τους ζητήσει συγγνώμη κανείς εκ μέρους της χώρας; Τους την οφείλουμε, πιστεύω. Όπως και στους 18 ανθρώπους που απανθρακώθηκαν στη Δαδιά. Αλλά εκείνοι δεν είναι πια εδώ. Το τέρας θα χάρηκε με την είδηση.

* * *



from dimart https://ift.tt/y0rJaWK
via IFTTT

Δευτέρα 21 Αυγούστου 2023

Η απέναντι όχθη

…ή ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ.

—του Γιώργου Τσακνιά—

Στις 20 Αυγούστου 1940, ο Ραμόν Μερκαντέρ, ισπανός κομμουνιστής και πράκτορας της NKVD, ο οποίος είχε ήδη κερδίσει την εμπιστοσύνη του Τρότσκι και της οικογένειάς του, τον επισκέφτηκε στο σπίτι του στο Μεξικό με πρόσχημα να ζητήσει τη γνώμη του για ένα κείμενο στήριξης προς την 4η διεθνή. Την ώρα που ο Τρότσκι διάβαζε την έκκληση, ο Μερκαντέρ έβγαλε μια ορειβατική αξίνα, την οποία είχε κρυμμένη στο αδιάβροχό του, και την κατέβασε με όλη του τη δύναμη στο κεφάλι του Τρότσκι. Ο Τρότσκι μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, χειρουργήθηκε και πέθανε την επόμενη μέρα. Ο Μερκαντέρ συνελήφθη και καταδικάστηκε σε είκοσι χρόνια φυλακή.

Φαίνεται πως κρίσιμο ρόλο στη δολοφονία —στην ίδια την απόφαση του Μερκαντέρ να γίνει το φονικό μακρύ χέρι του Ιωσήφ Στάλιν— έπαιξε η μητέρα του, η Καριδάδ Μεκαντέρ. Φαίνεται επίσης πως η Καριδάδ ήταν η φανατική ιδεολόγος, όχι ο Ραμόν. Φαίνεται, τέλος, πως οι προσπάθειές της να επιτύχει την αποφυλάκιση του γιού της είχαν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα, μιας και οδήγησαν σε ένταση των μέτρων ασφαλείας και, ως εκ τούτου, ακύρωσαν τις προσπάθειες των Σοβιετικών —που προτιμούσαν να τον έχουν οι ίδιοι στα χέρια τους— να οργανώσουν απόδραση. Ο Ραμόν δεν συγχώρεσε ποτέ τη μητέρα του.

Η από κάθε άποψη τραγική αυτή ιστορία καταγράφεται αριστοτεχνικά στο μυθιστόρημα του Χόρχε Σεμπρούν Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ (1969).

Ο Ραμόν Μερκαντέρ αποφυλακίστηκε το 1960. Έζησε την υπόλοιπη ζωή του μεταξύ Κούβας, Τσεχοσλοβακίας και ΕΣΣΔ και τιμήθηκε —αλλά εν κρυπτώ— ως Ήρωας της Σοβιετικής Ένωσης. Πέθανε στην Αβάνα το 1978. Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Την ακούω διαρκώς μέσα στ’ αυτιά μου. Ακούω την κραυγή του. Ξέρω ότι με περιμένει στην απέναντι όχθη».



from dimart https://ift.tt/wKmiV2M
via IFTTT