Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

Το ποίημα της εβδομάδας 30/9

[Σε κάποια πολιτεία, καιρό φτασμένος…]

—Κλέων Παράσχος—

Σε κάποια πολιτεία, καιρό φτασμένος,
μόνος γυρίζω, όλη τη μέρα μόνος·
πόθος ούτ’ ένας μέσα μου, ουδέ πόνος,
κι είμαι απ’ το κάθε τι ο ξεδιψασμένος.

Πότε, από πού έχω ερθεί, δεν το λογιάζω
να μου το ειπούν· μιλώ, δε μου μιλάνε·
πικροχαμογελάνε, αντιπερνάνε,
σαν να μην είμαι, σαν να μην τους μοιάζω.

Κι όταν μεσημερνός ο ήλιος κεντρώνει
και πέρ’ ως πέρ’ η χώρα όλη ερημώνει
κι ουδέ σε θύρα ουδέ σε παραθύρι

γρικάς ποτέ, θωρείς ποτέ κανένα,
κάτασπρη η πολιτεία φαντάζει ως ένα
παλιό λησμονημένο κοιμητήρι.

* * *

Εδώ άλλα ποιήματα, άλλων εβδομάδων

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/3jhkpy7
via IFTTT

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

Σούπα να φοράς μάσκα

Ένα από τα προβλήματα στον καιρό της πανδημίας (αν και μάλλον όχι το μεγαλύτερο) είναι το θόλωμα των γυαλιών —είτε ηλίου είτε στραβωμάρας— λόγω μάσκας. Ο ιάπωνας καλλιτέχνης Τακαχίρο Σιμπάτα προσπάθησε με διάφορους τρόπους να το λύσει: πιο πάνω, πιο κάτω, πιο δω, πιο κει κ.λπ. Όταν απέτυχε παταγωδώς, ακολούθησε τη γνωστή συμβουλή: «χαλάρωσε και απόλαυσέ το». Έφτιαξε λοιπόν μια τρισδιάστατη μάσκα, φτυστή με σούπα νουντλς. Όσο περισσότερη ώρα τη φοράει, τόσο θολώνουν τα γυαλιά και, συνεπώς, τόσο πιο λαχταριστή μοιάζει η απομίμηση σούπας.

Ο Σιμπάτα λέει πως «ήθελε να κάνει τους ανθρώπους να το διασκεδάσουν λιγάκι» και πως δεν έχει σκοπό να πουλήσει τη μάσκα του. Ούτε όμως τη φοράει πολύ συχνά: «Το «μπολ» είναι γεμάτο βαμβάκι, συνεπώς ζυγίζει όσο κι ένα λούτρινο αρκουδάκι. Δεν μπορείς να τη φοράς για πολλή ώρα».

Πηγή: Τομοσίγκε Ακίρα και Ακίκο Οκαμότο / Reuters

Ο καλλιτέχνης βάζει τις τελευταίες πινελιές στη σούπα του, 23/9/2020

Φωτογραφίες: REUTERS/Kim Kyung-Hoon

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Κι αυτό τέχνη είναι

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/3jb5rJG
via IFTTT

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2020

Το ποίημα της εβδομάδας 23/9

7

Μάριο ντε Σα Καρνέιρο
—μετάφραση: Γιώργος Τσακνιάς—

Εγώ δεν είμαι εγώ ούτε είμαι ο άλλος,
είμαι κάτι στη μέση:
βάθρο στο γεφύρι της ανίας
που από μένα οδηγεί στον Άλλο.

 

Σ.τ.Μ.: Βρήκα το ποίημα αυτό στο τεύχος αρ. 1070 της Νέας Εστίας (τόμος 91, 1/2/1972), μεταφρασμένο από τη Σοφία Εμμ. Χατζιδάκι, η οποία όμως το αποδίδει εσφαλμένα στον Φερνάντο Πεσόα· επίσης, προφανώς από (δεύτερο) λάθος, ακολουθούν άλλοι πέντε στίχοι, που όμως πρέπει να αποτελούν (ή να προέρχονται από) άλλο ποίημα, είτε πάλι του Μάριο ντε Σα Καρνέιρο είτε άλλου — δεν κατόρθωσα να το ταυτίσω. Ο Μάριο ντε Σα Καρνέιρο (Mário de Sá-Carneiro) υπήρξε στενός φίλος και συνεργάτης του Πεσόα, στον οποίον ενέπνευσε το ψευδώνυμο Αλμπέτρο Καέιρο. Αυτοκτόνησε στο Παρίσι τον Απρίλιο του 1916, σε ηλικία 25 ετών. Μετέφρασα το ποίημα από τα αγγλικά (από τη μετάφραση του Nicolás Suescún, 2007) και από όσα πορτογαλικά μπορώ να καταλάβω, γνωρίζοντας λατινικά. Απέδωσα το pilar ως βάθρο — έτσι ονομάζεται η βάση του τόξου (καμάρας) στα παραδοσιακά γεφύρια.  Ιδού το πρωτότυπο:

7

Eu não sou eu nem sou o outro,
Sou qualquer coisa de intermédio:
Pilar da ponte de tédio
Que vai de mim para o Outro.

 

 

* * *

Εδώ άλλα ποιήματα, άλλων εβδομάδων

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 



from dimart https://ift.tt/365WKNr
via IFTTT

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Απ’ τη μεριά των σοφών και των τρελών

—του Νίκου Βατόπουλου—

Μια μεγάλη, πολύπτυχη έκθεση με αφετηρία και έμπνευση τον Θεόφιλο ξετυλίγεται αυτές τις ημέρες στον Βόλο. Είναι συγκινητικό ότι αυτό το homage σε αυτόν τον τόσο ξεχωριστό δημιουργό γίνεται αφετηρία για να προκληθούν δεκάδες νέα έργα από σύγχρονους καλλιτέχνες, έργα τα οποία συγκροτούν τώρα τη συνέχεια, την πνοή και το αποτύπωμα, εκφρασμένα όλα σε ένα διαρκή ψίθυρο.

Από το ρεπορτάζ του Λοΐζου Ασβεστά στο e-thessalia.gr

Η έκθεση «“Απ’ τη μεριά των σοφών και των τρελών”: Αφιέρωμα στον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ» παρουσιάζεται στο Μουσείο της Πόλης του Βόλου, ένα μουσείο πρότυπο και παράδειγμα για όλες τις ελληνικές πόλεις (συμπεριλαμβανομένης και της πρωτεύουσας) και είναι ο τρόπος με τον οποίο ένα κύτταρο πολιτισμού της πόλης, αποφάσισε να τιμήσει τη δική του επέτειο των 100 χρόνων. Το Λύκειον των Ελληνίδων Βόλου, ένας «τόπος» πολιτισμού και εύσημο για την πόλη, στεγασμένο σε ένα από τα ωραιότερα παλιά αρχοντικά, τιμάει τη διαδρομή ενός αιώνα με μία έκθεση που προχωράει το βλέμμα και αποτελεί από μόνη της μια πράξη επί της ουσίας πολιτισμού.

Φουστανέλα, της Μαρίας Γέρουλα

Η συνύπαρξη τόσων σύγχρονων καλλιτεχνών στον ξεχωριστό χώρο του Μουσείου της Πόλης του Βόλου φανερώνει το διαρκώς διαχεόμενο φως και την πρόσληψη του έργου του Θεόφιλου μέσα από κοινώς κατανοητούς κώδικες ψυχικής συγγένειας και πολιτισμικής συνοχής ακριβώς μέσα από την ετερότητα και την αυτονόμηση. Η Ίρις Κρητικού, η ιστορικός τέχνης και ανεξάρτητη επιμελήτρια, που έχει το χάρισμα και την ικανότητα να γεννά γεγονότα τέτοιου διαμετρήματος, απευθύνθηκε σε πάνω από 70 εικαστικούς ή εν γένει δημιουργούς (υπάρχει ακόμη και μια γοργόνα του αρχαιολόγου Πέτρου Θέμελη) για να αποσπάσει από τον καθένα μια προσωπική εξομολόγηση αρμολογημένη, πλέον, σε ένα tour de force εικαστικού φόρου τιμής.

Βασίλης Λιαούρης

Η έκθεση για τον Θεόφιλο –μικρά προσκυνητάρια, μετάλλια μνήμης, θραύσματα, κεντίδια αναμνήσεων, και διαθλαστικά πορτρέτα– συνθέτει ένα εικαστικό προσευχητάρι για τη χειροποίητη τέχνη, τη διαρκώς αναβλύζουσα, την αιωνίως επινοημένη ως καταφυγή και ως ανάληψη. Είναι και ένας τρόπος να σταθεί κανείς εκ νέου απέναντι στο πολύσημο της περίπτωσης του Θεόφιλου αλλά και απέναντι στην πολιτισμική γεωγραφία και στη σημασία, εν προκειμένω, της πόλης του Βόλου.

Πηγή: Η Καθημερινή

Γεύσω Παπαδάκη

info: Το Μουσείο της Πόλης του Βόλου (Φερών 17) λειτουργεί για το κοινό από Τρίτη έως και Κυριακή 10.30-13.30 και τα απογεύματα Τετάρτης και Παρασκευής από τις 18.00-21.00. Τη Δευτέρα είναι κλειστό. Η είσοδος επιτρέπεται μόνο με τη χρήση μάσκας και έως 5 άτομα σε κάθε όροφο, ενώ απαγορεύεται το άγγιγμα αντικειμένων και εκθετικών επιφανειών.

Διάρκεια έκθεσης: 16 Σεπτεμβρίου – 18 Οκτωβρίου

Επιμέλει: Ίρις Κρητικού

Συμμετέχουν οι εικαστικοί: Ηώ Αγγελή, Γιάννης Αδαμάκης, Στέλιος Αλεξάκης, Νεκτάριος Αποσπόρης, Κάτια Βαρβάκη, Νίκος Βατόπουλος, Αλέξης Βερούκας, Ειρήνη Βογιατζή, Κική Βουλγαρέλη, Μάριος Βουτσινάς, Μαίρη Γαλάνη Κρητικού, Μαρία Γέρουλα, Νεκταρία Γιακμογλίδου, Κατερίνα Γιάννακα, Στρατηγούλα Γιαννικοπούλου, Ειρήνη Γκόνου, Δικαία Δεσποτάκη, Μαρία Διακοδημητρίου, Νίκη Ελευθεριάδη, Γιάννης Ευθυμίου, Πέτρος Θέμελης, Αποστόλης Ιτσκούδης, Σταυρούλα Καζιάλε, Θρασύβουλος Καλαϊτζίδης, Σοφία Καλογεροπούλου, Ελπινίκη Καμόσου, Μηνάς Καμπιτάκης, ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΥΓΑC, Βούλα Καραμπατζάκη, Πάνος Καρδάσης, Νικόλας Κληρονόμος, Νίκος Κόνιαρης, Ευτυχία Λάβδα, Βασίλης Λιαούρης, Νεκτάριος Μαμάης, Τάσος Μαντζαβίνος, Παναγιώτης Μαρίνης, Μηνάς Μαυρικάκης, Στέλλα Μελετοπούλου, Γιάννης Μετζικώφ, Γεωργία Μπλιάτσου, Δημήτρης Μοράρος, Ρούλη Μπούα, Γεύσω Παπαδάκη, Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος, Κώστας Παπατριανταφυλλόπουλος, Χριστίνα Παρασκευοπούλου, Λίζα Πενθερουδάκη, Βασίλης Πέρρος, Γιώργος Πετσικόπουλος, Νίκος Ποδιάς, Μαρία Πωπ, Κατερίνα Σαμαρά, Ιφιγένεια Σδούκου, Γιώργος Σκλάβαινας, Ευγένιος Σπαθάρης, Χρήστος Στανίσης, Μαρίνα Στελλάτου, Ιωάννα Τερλίδου, Βάσω Τρίγκα, Κλεοπάτρα Τσαλή, Κλαίρη Τσαλουχίδου, Θεοδώρα Τσιάτσιου, Βιργινία Φιλιππούση, Απόστολος Χαντζαράς, Αθηνά Χατζή, Νικόλαος Χριστόπουλος, Νικόλας Χριστοφοράκης.

Από την προσωπική συλλογή του Λάκη Παπαστάθη εκτίθενται έργα της Λήδας Κοντογιαννοπούλου, του Μίλτου Παντελιά, του Βασίλη Σπεράντζα, του Γιώργου Σταθόπουλου, του Αλέκου Φασιανού και του Πάνος Φειδάκη.

Ο Θεόφιλος από την Σταυρούλα Καζιάλε

Ο Θεόφιλος με τον Καραγκιόζη και η υπομονή,
της Ευτυχίας Λάβδα

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Εκθέσεις

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/35WVbBi
via IFTTT

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2020

Το κλουβί

[Ένα ποίημα της Ελένης Κοσμά σε πρώτη δημοσίευση].

Το κλουβί

Όταν ο Ιωάννης του Λέιντεν
έγινε Βασιλιάς Γιαν
του έκοψαν τη γλώσσα
από τη βάση
τον έκλεισαν σε ένα
σιδερένιο κλουβί
και τον ξέχασαν εκεί
κρεμασμένο νεκρό
για τέσσερις αιώνες.
«Πώς είναι ο κόσμος από ψηλά, Γιαν;»
τον ρώτησαν κάποια στιγμή
κι εκείνος
που δεν είχε γλώσσα να μιλήσει
τους έκλεισε
το μισοβγαλμένο του μάτι.
«Να κοιτάς την πόλη από ψηλά
έχει γούστο.
Μόλις πέφτει η νύχτα
πετάω στους
αμέριμνους περαστικούς
ένα ένα τα κόκαλά μου».

Μετά την ήττα του κινήματος των Αναβαπτιστών στο Μύνστερ της Γερμανίας στα μέσα του 16ου αιώνα, ο Ιωάννης του Λέιντεν βασανίστηκε, εκτελέστηκε και κρεμάστηκε μέσα σε ένα σιδερένιο κλουβί, από το καμπαναριό της εκκλησίας Λαμπέρτι. Μαζί με αυτόν, σε δύο ακόμη κελιά κρεμάστηκαν οι σύντροφοί του, Μπερντ Κνιπερντόλινκ και Μπερντ Κρέχτινκ. Τα οστά τους αφαιρέθηκαν πενήντα χρόνια αργότερα, αλλά τα κλουβιά βρίσκονται ακόμα στη θέση τους.

* * *

Ποίηση σε πρώτη προβολή

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/32FjEc8
via IFTTT

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2020

Ο επίμονος σπόνσορας

Λουντοβίκο Σφόρτσα, 27/7/1452 – 12/5/1508

—της Εύης Τσακνιά—

Όταν επισκέφθηκα για πρώτη φορά το Λούβρο στα 18 μου, απογοητεύτηκα λίγο με την περίφημη Τζοκόντα του Λεονάρντο ντα Βίντσι. Ίσως να είχα φανταστεί ένα μεγαλύτερων διαστάσεων, πιο επιβλητικό έργο, ίσως να έφταιγαν τα πλήθη που συνέρρεαν για να τη θαυμάσουν, ίσως το ότι την εικόνα της τη βλέπαμε παντού, ακόμα και στα σοκολατάκια. Αντ’ αυτής, την προσοχή μου τράβηξε ένα μικρό πορτρέτο του Λουντοβίκο Σφόρτσα, τον οποίον αντίκρυζα για πρώτη φορά και μου είχε εξάψει εξαρχής την περιέργεια διαβάζοντας για τη ζωή του Λεονάρντο ντα Βίντσι και για τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε ο Σφόρτσα στην καλλιτεχνική του πορεία. Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, χρωστάμε πολλά όχι μόνο στους καλλιτέχνες αλλά και στους χορηγούς τους. Χωρίς αυτούς τους φιλότεχνους και τολμηρούς επιχειρηματίες, η τέχνη δεν θα ήταν αυτό που ξέρουμε σήμερα.

Σαν προχθές, λοιπόν, στις 27 Ιουλίου του 1452, γεννήθηκε ο Λουντοβίκο Σφόρτσα, γόνος της ηγετικής οικογένειας των Σφόρτσα και μετέπειτα Δούκας του Μιλάνου, ο επονομαζόμενος και “il moro”, «ο μαύρος», λόγω της σκουρόχρωμης επιδερμίδας του. Ο Σφόρτσα, ως γνήσιος αναγενησιακός πρίγκηπας, ήταν ανήσυχος, φιλότεχνος και χορηγός καλλιτεχνών της εποχής του, αλλά περισσότερο γνωστός ως ο κατεξοχήν προστάτης και σπόνσορας του συνομηλίκου του Λεονάρντο ντα Βίντσι.

Μετά από αρκετές περιπλανήσεις, απορρίψεις και απογοητεύσεις, κυρίως στον τομέα των εφευρέσεων και της μαγειρικής (που ήταν μεγάλο πάθος του), ο Λεονάρντο συναντά και πείθει τον Σφόρτσα να τον προσλάβει για να εκσυγχρονίσει την κουζίνα του παλατιού. Η συνάντηση αυτή ήταν μοιραία για την μετέπειτα πορεία και των δύο. Παρ’ όλο που οι ευφάνταστες εφευρέσεις του Λεονάρντο κόστισαν υλικές καταστροφές, ακόμη και ανθρώπινα θύματα στο παλάτι, ο Σφόρτσα έδειξε σπάνια ανεκτικότητα και παρέμεινε σταθερός αρωγός του, μεταθέτοντάς τον κάθε φορά σε πιο ασφαλές πόστο. Βέβαια, υποχρέωση του καλλιτέχνη ήταν και να ζωγραφίζει τα πορτρέτα της οικογενείας και των κυριών της αυλής, κάτι που ο Λεονάρντο έκανε στα διαλείμματα του σχεδιασμού των εφευρέσεών του.

Η κυρία με την ερμίνα

Σε αυτά τα διαλείμματα αποδίδονται μερικά από τα ωραιότερα διάσημα πορτρέτα του Λεονάρντο, όπως η αριστουργηματική «Kυρία με την ερμίνα», η νεαρή ερωμένη του Σφόρτσα Τσετσίλια Γκαλεράνι “La bella principessa”, η Μπιάνκα Σφόρτσα, αδερφή του Λουντοβίκο, και πολλά άλλα.

Ως υπεύθυνος των διασκεδάσεων και των συμποσίων του παλατιού, μετά τον καταστροφικό εκσυγχρονισμό της κουζίνας, ο Λεονάρντο ανέλαβε τη διοργάνωση της γιορτής του γάμου του Λουντοβίκο Σφόρτσα με την ωραία Μπεατρίτσε ντ’ Έστε. Το μεγαλεπίβολο project του, όπου η γαμήλια τελετή θα ελάμβανε χώρα στην αυλή, μέσα σ’ ένα  τεράστιο κέικ 60 μέτρων, ομοίωμα του παλατιού, κατέρρευσε όταν τη νύχτα της παραμονής του γάμου η νοστιμότατη αυτή εγκατάσταση, χτισμένη με τούβλα από μπισκότο, αμύγδαλα, σταφίδες και γύρω-γύρω πολύχρωμο γλάσο, κατασπαράχτηκε από αμέτρητους αρουραίους και πουλιά, που κατέφθασαν από όλη την περιοχή.

Μετά το φιάσκο της τελετής του γάμου του, ο φιλότεχνος νιόπαντρος προσπαθεί να απομακρύνει διακριτικά τον Λεονάρντο από το παλάτι και τον συστήνει στον ηγούμενο της Santa Maria delle Grazie, που ζητούσε έναν καλλιτέχνη για να ζωγραφίσει τον τοίχο της τραπεζαρίας της μονής. Αφού λοιπόν έχει ησυχάσει για δυό χρόνια ο Σφόρτσα, δέχεται ένα γράμμα από τον ηγούμενο, ο οποίος απελπισμένος του περιγράφει, έχοντας ήδη μπει στον τρίτο χρόνο από την ανάθεση του έργου, πως το μόνο που αντικρύζει στον γυμνό ακόμα τοίχο της μονής είναι το μισοτελειωμένο περίγραμμα ενός τραπεζιού, ενώ οι βοηθοί του Λεονάρντο, αντί να ανακατεύουν τα χρώματα, κουβαλούν φαγητά και κρασιά από τα κελάρια του μοναστηριού, τα οποία ο ζωγράφος στήνει σε κάποια σύνθεση για να δει πως θα δείξουν, τα σκιτσάρει και ύστερα τα καταβροχθίζει.

Τέλος, μετά από τρία χρόνια και εκατοντάδες δοκιμαστικά σχέδια, ο Λεονάρντο αποφασίζει να περιλάβει στον Μυστικό Δείπνο μόνο μερικά ψωμάκια, λιωμένα γογγύλια και λίγες φετούλες από χέλι. Και όταν πια έμεινε ικανοποιημένος από την τοποθέτηση των φαγητών στο τραπέζι, τους τελευταίους μήνες ζωγράφισε στο τσάκα-τσάκα τον Ιησού και τους μαθητές του, προς μεγάλη απογοήτευση όσων νόμιζαν οτι οι γεμάτες  πνευματικότητα μορφές των Αποστόλων ήταν η πρώτη μέριμνα του ζωγράφου.

Η κατανόηση και η ανεκτικότητα του Σφόρτσα για τις τρελές εφευρέσεις του Λεονάρντο δεν πήγαν χαμένες γιατί, όταν το 1498 ο Λουδοβίκος ο 12ος της Γαλλίας πολιορκεί το Μιλάνο και τα κάστρα πέφτουν το ένα μετά το άλλο, η μόνη επιτυχής πολεμική μηχανή των Μιλανέζων είναι ο περίφημος «καρδαμοκόφτης» του Λεονάρντο, ο οποίος είχε σχεδιαστεί για την μαζική συγκομιδή του κάρδαμου, την εποχή των εκσυγχρονιστικών εφευρέσεών του για την κουζίνα του παλατιού, αλλά μόλις δοκιμάστηκε πετσοκόψε ουκ ολίγους χωρικούς που δούλευαν στα χωράφια του Σφόρτσα. Είχε έρθει επιτέλους η ώρα να ανασυρθεί από τις αποθήκες του παλατιού και να επιστρατευτεί κι αυτός στην ηρωϊκή αντίσταση. Έτσι, με τον καρδαμοκόφτη, οι Μιλανέζοι πρόλαβαν να ξεπαστρέψουν κάμποσους Γάλλους, προτού αυτοί να τους καταλάβουν ολοκληρωτικά.

Ο Σφόρτσα κατάφερε να διαφύγει τότε, αλλά το 1500 επέστρεψε με ελβετούς μισθοφόρους στην γειτονική πόλη της Νοβάρα, με σκοπό να πάρει πίσω το Δουκάτο. Δυό μήνες αργότερα εμφανίστηκε στη Νοβάρα ο Λουδοβίκος ο 12ος κι αυτός με ελβετούς μισθοφόρους. Οι ελβετοί δεν θέλησαν να πολεμήσουν ελβετούς, κι έτσι ο Σφόρτσα συνελήφθη από τους Γάλλους με αναίμακτο και πολιτικάντικο τρόπο και έζησε υπό γαλλική αιχμαλωσία τα τελευταία χρόνια της ζωής του ,στο μεσαιωνικό κάστρο του Λος (Chateau de Loch) στην Αντρ-ε-Λουάρ στη Γαλλία, όπου πέθανε το 1508, αφού είχε προσπαθήσει να δραπετεύσει, παρ’ όλες τις ανέσεις και τις ελευθερίες της κράτησής του.
Αργότερα, οι Ελβετοί, θέλοντας να επανορθώσουν, παρέδωσαν το δουκάτο πίσω στον πρωτότοκο γιο του, τον Μαξιμιλιανό Σφόρτσα.

Ο Λεονάρντο έζησε 11 χρόνια περισσότερα από τον σπόνσορά του. Το 1513 έβαλε πλώρη για την την παπική αυλή της Ρώμης όπου και εγκαταστάθηκε και, παρ’ όλες τις προστριβές του με τους αυλικούς, κατάφερε να αναλάβει το έργο της αποξήρανσης των ελών του Ποντίνι, που σχεδίασε με απόλυτη ακρίβεια. Μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1519, έκανε αυτά που έκανε πάντα κι αυτά που ήξερε να κάνει καλύτερα. Αν και είχε μειωθεί η καλλιτεχνική του παραγωγή λόγω των προβλημάτων υγείας του, συνέχιζε να ζωγραφίζει και να πειραματίζεται με νέες τεχνικές και τεχνοτροπίες, έστηνε αυλικές εορτές, σχεδίαζε αρδευτικά έργα,καταπιανόταν με αρχιτεκτονικά σχέδια για μελλοντικά ανάκτορα, δεν αντιστάθηκε στιγμή στην ανήσυχη και φιλέρευνη φύση του.

Εξάλλου, όπως έλεγε κι ο ίδιος, «είναι πιο εύκολο να αντισταθείς στην αρχή παρά στο τέλος».

* Οι πιο νόστιμες λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας προέρχονται στο βιβλίο της Αγλαΐας Κρεμέζη, Συνταγές & ιστορίες για μάγειρες με ανησυχίες, Εκδόσεις Ωκεανίδα, 1993.

* * *

Εδώ άλλα επετειακά αφιερώματα από το dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 



from dimart https://ift.tt/2D2EOXJ
via IFTTT

Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

Οι New York Times, τα fake news κι ο σχεδόν αληθινός Λου Γκραντ

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1456
Dj της ημέρας, η Ειρήνη Βεργοπούλου

Κάποτε ήταν μια σειρά αμερικάνικη, από τις ωραίες τους, εκείνης της ωραίας Αμερικής, που πήγαινε μπροστά με τα χίλια και μας υποσχόταν πολλά, παρ’ όλα τα παράπονα που της είχαμε για άλλους πολιτικούς λόγους που συνέτρεχαν παράλληλα.

Ήταν οι Η.Π.Α με τον νέο-κυματικό τους κινηματογράφο του τέλους των 60ς και όλων των 70ς, εκείνον του Κόπολα, του Σκορσέζε, του Άλεν, του Πόλακ, του Λιούμετ, άντε και του Λούκας με τα άστρα του. Ήταν οι Η.Π.Α της Ουάσινγκτον Ποστ, που δοξάστηκε τότε για την ερευνητική δημοσιογραφία της όταν ξεσκέπασε το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ και ανάγκασε τον συντηρητικό Νίξον σε παραίτηση, και της οποίας εφημερίδας οι δημοσιογράφοι έγιναν ήρωες στο λατρεμένο (μας) «Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου» με τις φυσιογνωμίες των Ρέντφορντ και Χόφμαν. Αμερικάνικη εφημερίδα τότε —χάρτινες πάντα μιλάμε, είμαστε ακόμα σε λίθινη περίπου εποχή— σήμαινε στο μυαλό πολλών ρομαντικών ευρωπαίων εδώ ελεύθερη δημοσιογραφία, τολμηροί, ωραίοι τύποι, απόγονοι εκείνων της θεατρικής «Πρώτης Σελίδας» του 1928 ή του ερευνητή που σκαλίζει τη ζωή του «Πολίτη Κέιν» στην αντίστοιχη ταινία του 1941. Ακόμα, σήμαινε μεγάλες κυκλοφορίες, απήχηση στο κοινό που μετρούσε. Φαντασίωση ίσως; Μισή αλήθεια; Γοητευτική όμως.

Για την τιβί τους αντίστοιχα, στο σινεμά φτιαχνόντουσαν αριστουργηματικά σενάρια όπως αυτό του «Το Δίκτυο», που στα 1977 μιλούσε διαυγέστατα για πράγματα που στην Ελλάδα π.χ. ήρθαν 25 χρόνια μετά.

Τω καιρώ εκείνω, τέλος πάντων, ξεκίνησε να παίζεται μια ευφυής, ευγενής, γεμάτη συναίσθημα και σπιρτάδα συμπαθέστατη σειρά, με ήρωα έναν αρχισυντάκτη σε εφημερίδα του Λος Άντζελες, ο οποίος λεγόταν Λου Γκραντ. Η εφημερίδα λεγόταν Λος Άντζελες Τρίμπιουν και στην πραγματικότητα ήταν έμμεση αναφορά στη δημοσιογραφική εγκυρότητα και τιμιότητα που εθεωρείτο ότι είχε η Ουάσινγκτον Ποστ. Στη σειρά, η εφημερίδα είχε γυναίκα διευθύντρια , όπως συνέβαινε και στην πραγματική Ποστ, που είχε την Κάθριν Γκράχαμ στα ηνία.

Η σειρά παίχτηκε για πέντε σεζόν, όταν «σεζόν» στην τι βι ήταν κανονικός χρόνος, όχι κάποιος αριθμός επεισοδίων, όπως γίνεται στις πλατφόρμες τώρα. Ο τηλεοπτικός λοιπόν «Λου Γκραντ» εργαζόταν στην φανταστική Λος Άντζελες Τρίμπιουν από 1977 έως 1982, και παίχτηκε και στην ελληνική τηλεόραση μαυρόασπρος αρχικά και ύστερα έγχρωμος, αλλά μετά πέρασε φοβάμαι στη λήθη. Δεν γνωρίζω αν την έβλεπαν τη σειρά και αν τη θυμούνται Έλληνες θεατές σήμερα. Ίσως είχε μια αφέλεια, παρ’ όλη την εξυπνάδα του σεναρίου και την πετυχημένη σκιαγράφηση χαρακτήρων, που θαρρώ αντανακλούσαν συγκεκριμένους κοινωνικούς τύπους (διττή έννοια) της εποχής και σύμφωνα με το zeitgeist της. Όπως π.χ. η νεαρή μαχόμενη φεμινίστρια συντάκτης που δεν θέλει αρχικά ποτέ να παντρευτεί, η ακριβοδίκαιη αρχοντική ιδιοκτήτρια παλαιάς κοπής, ή ο χίπι διανοούμενος φωτογράφος. Έχω δει επεισόδια στο youtube, που μου φέρνουν όμως ένα γλυκόπικρο χαμόγελο: διότι αρκετά διαφορετικά εξελίχθηκαν τα πράγματα στις επόμενες δεκαετίες. Τα 80ς ερχόντουσαν καλπάζοντας, τα πρότυπα έγιναν τελικά άλλα, οι άνθρωποι έγιναν λιγότερο γλυκείς να το πω, τα είδωλα της μικρής οθόνης έγιναν συχνά αυτοί που ο Λου ίσως δεν θα τους έκανε παρέα. Άλλα θέματα ωστόσο πήγαν βέβαια και καλύτερα, κατά περίπτωση . Έχει πλάκα π.χ. και είναι δημοφιλές στο youtube ένα επεισόδιο από το 1982, όπου ο Λου κοιτάει πολύ απορημένος τον πρώτο υπολογιστή όπου θα γράφονται πλέον τα άρθρα.

Τον θυμήθηκα τον Λου και το επιτελείο του αυτές τις ημέρες που οι Νιου Γιορκ Τάιμς έγραψαν ιστορία με το μνημειώδες εξώφυλλο με τα ονόματα και το σύντομο «βιογραφικό» των νεκρών από Covid-19.

Τους Νιου Γιορκ Τάιμς, προ διαδικτύου, τους αγόραζες από περίπτερο στην Ομόνοια, όπως έκανε συχνά ο πατέρας μου, ή τους διάβαζες δωρεάν μαζί άλλα συναρπαστικά αμερικανικά περιοδικά και εφημερίδες —που μας φαινόντουσαν ότι ερχόντουσαν από άλλο γαλαξία— στη βιβλιοθήκη της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, όπου χανόμουν με τις ώρες όταν σπούδαζα και είχα χρόνο. Τον θυμήθηκα τον Λου με όλη αυτή τη συζήτηση για τα fake news, που είναι από τα μείζονα ζητήματα και γρίφους για τον σύγχρονο κόσμο. Σε άυλη μορφή πια τα νέα, τα όποια νέα, πολύ λιγότερο σε χαρτί. Και μου έρχεται αυτό το ωραίο σήμα έναρξης στο μυαλό, από τη σειρά. Που ξεκινάει με το πουλάκι που κελαηδά στο δένδρο, τη μπουλντόζα που κόβει το δέντρο, το ξύλο που περνάει από επεξεργασία ώστε να μετατραπεί σε χαρτί, το χαρτί που μέσα από τους κυλίνδρους γίνεται εφημερίδα, και η σελίδα της εφημερίδας που γίνεται τελικά ο προστατευτικός πάτος σε ένα κλουβί πουλιού σε ένα σπίτι όπου ο νοικοκύρης διαβάζει την εφημερίδα του.

Και ύστερα μου λες, γιατί να θυμόμαστε σήμερα τον Λου Γκραντ.

 

* * *

Ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com
για να γίνετε ο Dj της ημέρας.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/2MGJAve
via IFTTT