Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2019

Πειρασμός

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1451
Dj της ημέρας, ο Τάκης Φωτιάδης

Ο πατέρας της ήταν Ρομά βιολιστής· η μητέρα της ήταν Ρωσίδα πιανίστα· η Βαλεντίνα Πονομαριόβα γεννήθηκε το 1939 και μεγάλωσε μέσα στη μουσική, στο φοιτητικό δωμάτιο των γονιών της, που σπούδαζαν στο Ωδείο της Μόσχας.

Η καριέρα της ξεκίνησε στο θέατρο, όταν υποδύθηκε μια τσιγγάνα σε μια μουσική παράσταση και προκάλεσε αίσθηση με τη φωνή της. Έκτοτε, δεν έπαψε να τραγουδάει· την κέρδισαν κυρίως η τζαζ (υπήρξε μεταξύ άλλων μέλος του θρυλικού συγκροτήματος Αρχάγγελσκ) και η παραδοσιακή τσιγγάνικη μουσική (για πολλά χρόνια πρωταγωνιστούσε στο θέατρο «Ρομέν» και ήταν τραγουδίστρια στο αντίστοιχο μουσικό τρίο.

Ακούμε το κομμάτι «Πειρασμός» από το ομώνυμο άλμπουμ της (1989).

* * *

Ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com
για να γίνετε ο Dj της ημέρας.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/347r710
via IFTTT

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

Ήρθαν τα Χριστούγεννα — ή, μάλλον, έρχονται…

Βιβλία για παιδιά: προτάσεις μιας βιβλιόφιλης μαμάς

—της Αγγελικής Μποζίκη—

Μπορεί με τους στολισμούς και τα χριστουγεννιάτικα δέντρα να μην τα πάω καλά, αλλά κάθε χρόνο τέτοιες μέρες φροντίζω να προσθέτω στη συλλογή μου καινούρια χριστουγεννιάτικα βιβλία. Και μπορεί ο Πέτρος να έχει λίγο μεγαλώσει, αλλά ευτυχώς για μένα έχω ως δικαιολογία τον μικρό Νικόλα και το καινούριο βαφτιστήρι που ακολουθεί.

Φέτος οι εκδόσεις Καστανιώτη μας χάρισαν δύο πολύ όμορφα γιορτινά βιβλία, που πολύ μας άρεσαν.

Το πρώτο είναι της γνωστής σε όλους μας Γιολάντας Τσιαμπόκαλου (Sadahzinia) και έχει τίτλο Η Μάγια στο δάσος των Χριστουγέννων. Πρωταγωνίστρια η μικρή Μάγια που είναι λίγο θυμωμένη γιατί νυχτώνει νωρίς και δεν μπορεί να χαρεί τη βόλτα της. Το βράδυ των Χριστουγέννων όμως, καθώς τακτοποιεί τα πράγματά της, βρίσκει ένα φακό και αποφασίζει να κάνει μια βόλτα έστω και στο σκοτάδι. Αποφασίζει να μπει στο δάσος. Ανάμεσα στα κλαδιά και στα χιόνια πρώτα βλέπει ένα σπιτάκι. Και όταν πλησιάζει, ένα νεογέννητο μωρό κοιμάται και οι γονείς του το προσέχουν. Και καθώς συνεχίζει τη βόλτα της συναντάει όλα εκείνα που ομορφαίνουν τις μέρες των γιορτών: φωτάκια, τον Αϊ- Βασίλη, καμπανάκια και ένα αστέρι. Αλλά και ένα τραγούδι που μαγεύει όλα τα παιδιά πριν από τον ύπνο.

Μια πανέμορφη χριστουγεννιάτικη ιστορία που θα μαγέψει τα μικρότερα παιδάκια όπως τα μαγεύουν τα φωτάκια των δέντρων και η χρυσόσκονη στις μπάλες που το στολίζουν. Απλή αλλά ειπωμένη με τρυφερότητα. Η ονειρική εικονογράφηση της Σοφίας Τουλιάτου συμπληρώνει το κείμενο και μας καλεί να κάνουμε μια βόλτα μαζί με την μικρή ηρωίδα.
Το βιβλίο απευθύνεται σε παιδιά από τριών ετών.

Το δεύτερο βιβλίο έχει τίτλο Η καινούρια στολή του Αϊ-Βασίλη και συγγραφέας του είναι ο πρωτοεμφανιζόμενος Μανώλης Νικόλτσιος. Πρωταγωνιστής, ο αγαπημένος των παιδιών, ο Αϊ-Βασίλης, που όταν ανοίγει τη ντουλάπα για να δοκιμάσει τη στολή του ανακαλύπτει ότι δεν του κάνει. Άσε που είναι βρόμικη και γεμάτη μπαλώματα. Κι έχει και μια μεγάλη τρύπα. Αποφασίζει λοιπόν ότι πρέπει να αποκτήσει καινούρια. Μόδιστροι και μοδίστρες καταφθάνουν από όλη τη γη. Οι προτάσεις πολλές και ο Άγιος Βασίλης βρίσκεται σε μεγάλο δίλημμα. Τελικά μετά από πολλές δοκιμές διαλέγει μια καινούρια στολή και στην αρχή είναι τόσο χαρούμενος που δεν τη βγάζει από πάνω του. Ξεκινά να μοιράζει ενθουσιασμένος τα δώρα αλλά ξαφνικά συνειδητοποιεί ότι δεν έχει συναντήσει ούτε ένα μικρό του φίλο. Μέχρι που συναντά ένα μικρό κορίτσι και κάπως μαγικά όλα γίνονται όπως ήταν πριν….

Ένα απολαυστικό, ξεκαρδιστικό χριστουγεννιάτικο παραμύθι, που μας θυμίζει ότι ο πραγματικός μας εαυτός κρύβεται μέσα μας και δεν έχει σημασία η εμφάνισή μας ή τα ρούχα μας. Η εικονογράφηση είναι του Αποστόλη Ιωάννου και το βιβλίο απευθύνεται σε παιδιά από τεσσάρων ετών. Αυτό πήρε και την έγκριση του Πέτρου, που όταν το διάβασε τον άκουγα να γελάει δυνατά.

Διαβάστε τα με τα παιδιά σας και ανοίξτε την πόρτα στη μαγεία των γιορτών!

* * *

Εδώ άλλες Προτάσεις μιας βιβλιόφιλης μαμάς

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/355JWTX
via IFTTT

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019

Η αβάσταχτη ελαφρότητα της τσέχικης ιθαγένειας

Ο Μίλαν Κούντερα ξανάγινε Τσέχος

—του Τέλη Σαμαντά—

Η κυβέρνηση της Τσεχίας απέδωσε ξανά την τσέχικη ιθαγένεια στον σημαντικότερο μάλλον ζώντα συγγραφέα της χώρας, τον Μίλαν Κούντερα. «Η Τσεχία του εξέφρασε τη συγνώμη της για τις επιθέσεις που είχε υποστεί από το τσεχικό κράτος και τους φορείς του. Κατά τη διάρκεια της τελετής ο συγγραφέας ήταν πολύ ανθρώπινος στις αντιδράσεις του», δήλωσε ο πρεσβευτής της Τσεχίας στο Παρίσι, όπου έγινε η σχετική σεμνή τελετή.

Η αφαίρεση από το κομμουνιστικό καθεστώς της τσεχοσλοβακικής, τότε, ιθαγένειας του συγγραφέα, που βρήκε καταφύγιο στο Παρίσι, έγινε πριν από σαράντα χρόνια. Με καμιά δεκαριά χρόνια πριν να βρίσκεται ήδη στο στόχαστρο της κομμουνιστικής ασφάλειας και —αφού έχει χάσει όλα τα δικαιώματα του ως συγγραφέας— να βγάζει το ψωμί του συντάσσοντας, με ψευδώνυμο, τα ωροσκόπια ενός λαϊκού περιοδικού. Μέχρι να εγκαταλείψει την πατρίδα και τη γλώσσα του. Και να γράψει μυθιστορήματα οικουμενικής διάστασης.

Έκανε καλά ή όχι; Σύμφωνα με χιλιάδες συμπατριώτες του ναι και σύμφωνα με μερικούς άξιους λόγου συντέχνους του όχι.

Ο ίδιος έφτασε να απαρνηθεί την πατρίδα του και τη γλώσσα του. Ο λόγος ήταν σαφής: «Όποιος θεωρεί πως τα Κομμουνιστικά καθεστώτα της Κεντρικής Ευρώπης είναι αποκλειστικά δημιουργήματα εγκληματιών παραβλέπει μια βασική αλήθεια: Τα εγκληματικά καθεστώτα δεν έχουν δημιουργηθεί από εγκληματίες αλλά από πιστούς πεπεισμένους πως έχουν ανακαλύψει τον μοναδικό δρόμο για τον παράδεισο. Υπεράσπισαν τόσο γενναία αυτό το δρόμο σε σημείο να εκτελέσουν πολλούς. Αργότερα έγινε φανερό πως δεν υπήρχε Παράδεισος. Πως οι υποστηρικτές του δεν ήταν παρά δολοφόνοι».

Όμως το πρώτο ερώτημα που προκύπτει, κατ’ αρχήν, είναι: γιατί τόση καθυστέρηση; Γιατί μετά από σαράντα χρόνια κατάρρευσης του κομμουνισμού και άλλα μισά «καπιταλιστικής ανάπτυξης» θεώρησε ένα κράτος πως πρέπει να αποδεχθεί την ανατροπή των αποφάσεων του; Και η απάντηση όσο κι αν φαίνεται αργοπορημένη μοιάζει να είναι και δυσοίωνη: γιατί τα υπολείμματα της κομμουνιστικής νοοτροπίας συναντιόνται με τα νεόφερτα εθνικιστικά δεδομένα. Με απλά λόγια: καλός είναι ο Κούντερα γιατί καλά πουλάει — και στους μεν και στους δε.

Άλλωστε και στη χώρα μας «καλά πουλάει» ο Κούντερα. Ασχέτως νοήματος. Φανταζόμαστε, άλλωστε, πως και ο κατ’ εξοχήν μεταφραστής του στη γλώσσα μας κάτι θα έχει να πει για το γεγονός της απόδοσης της υπηκοότητας. Ίσως κάτι περί της «ιδιαιτερότητας της μετάβασης από τον κομμουνισμό σε κάτι άλλο», πχ. (Λέξεις να ‘χουμε, να παίζουμε, που λέμε).

Εμείς πάντως ας κρατήσουμε τη φράση του ίδιου του Κούντερα: « Ο αγώνας του ανθρώπου κατά της εξουσίας είναι η πάλη της μνήμης κατά της λήθης». Και να θυμόμαστε.

* * *

Η αιώνια επιστροφή του Μίλαν Κούντερα

—του Αλέξανδρου Ζωγραφάκη—

Διαβάζω για τον Μίλαν Κούντερα και την τσέχικη ιθαγένεια που του αποδόθηκε ξανά μετά από 40 χρόνια. Μια ενδιαφέρουσα, ορθή, επανάληψη. Θυμάμαι λοιπόν τις πρώτες σελίδες της Αβάσταχτης Ελαφρότητας του Είναι του, που σχολιάζει τη νιτσεϊκή έννοια της «αιώνιας επιστροφής» και αναφέρει αυτό το περίφημο ότι όλα σε αυτόν τον κόσμο, για εμάς, έχουν αυτή την ελαφρότητα της μιας φοράς. Δεν ζήσαμε, δεν ζούμε, και δεν θα ζήσουμε τίποτα ξανά, γιατί όλα πέρασαν και περνούν και θα περάσουν σαν μια μοναδική παράσταση που τη βιώνουμε χωρίς πρόβα και χωρίς επανάληψη. Ο Κούντερα προσφέρει μια ερμηνεία της κρυπτικής νιτσεϊκής έννοιας που λειτουργεί εν είδει νοητικής άσκησης και μεταμορφώνει την έννοια της επανάληψης σε έναν ιδιότυπο μηχανισμό στοχασμού: πώς θα ήταν, αλήθεια, να τα ζούσαμε όλα αυτά ξανά και ξανά; Τι θα σήμαινε αυτό; Τι ηθικό βάρος θα κουβαλούσε μια τέτοια επανάληψη όταν όλα στις ζωές μας θα παίζονταν ξανά και ξανά, στον αιώνα τον άπαντα. Η λογική συνέπεια εδώ βρίσκεται στην λεπτοδουλειά που απαιτείται τελικά ώστε οι ζωές μας, που χαρακτηρίζονται από αυτή την ελαφρότητα, να μπορούν να ιδωθούν μέσα από το πρίσμα της επανάληψης: αν ζούσα για πάντα, θα ήμουν ικανοποιημένος αυτή η ιστορία να επαναλαμβάνεται για πάντα; Αυτό είναι το κομβικό ερώτημα. Έτσι, αυτό που βιώνουμε μπορεί να μην ενέχει πραγματικά την επανάληψη αλλά οι νοητικές μας δεξιότητες μάς προσφέρουν, συνεπικουρούμενες από την εποπτεία της ιστορικής μνήμης, τη δυνατότητα να βιώνουμε μια γνωστική λούπα χάριν της οποίας αντισταθμίζεται η εγγενής ελαφράδα μας. Έτσι, ενώ η ζωή ενέχει αναμφισβήτητα την ελαφρότητα, καθότι όλοι είμαστε πρωτάρηδες σε αυτό το γραμμικό παιχνίδι, από αρχής μέχρι τέλους, ο κατασκευασμένος χρόνος μας χαρακτηρίζεται από διαρκείς επαναλήψεις – υπενθυμίσεις μιας διαφορετικής τάξης πραγμάτων: ημέρες, εβδομάδες, μήνες, εποχές, γιορτές. Όλα επαναλαμβάνονται, ξανά και ξανά, αντιστικτικά προς αυτή την αδυσώπητη γραμμικότητα της μιας φοράς σαν να θέλουν να μας ενσταλάξουν τον φορμαλισμό και τις ηθικές προεκτάσεις μιας αιωνιότητας. Τι άσκηση λοιπόν για τον ίδιο τον Κούντερα να βιώνει, ξανά, στα 90 του χρόνια, την απόκτηση εκ νέου της ιθαγένειάς του. Τι μεστή ειρωνεία για την ελαφρότητα του είναι του να του υπενθυμίζεται, με τέτοια επισημότητα, κάτι που είχε αποκτήσει στην αρχή της ζωής του.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/35UCdIe
via IFTTT

Το ποίημα της εβδομάδας 4/12

Σαν το τίποτα

—Ζήσης Οικονόμου—

Όλα να τ’ άφηνες
που σε κρατούν δέσμιο στις πόλεις.

Σου αρκεί μια στέππα ως πέλαγος
μια πάμπα απέραντη σβησμένη
στων οριζόντων το αχανές.

Μια καλύβα στη μέση πρωτόγονη
στην πιο παρθένα γη της Γης
μοναχικός, χωρίς σκοπό
τις μέρες να ζεις κυανές
γεμάτες αγέρα και χρώμα.

Να ’ναι η ζωή σου ηλιοτρόπιο
την τροχιάν ακολουθώντας.
Και να ’ναι
τόσο λεπτός τόσο ανεπαίσθητος
ο εαυτός σου.

* * *

Άλλα ποιήματα, άλλων εβδομάδων

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 



from dimart https://ift.tt/2OQjcBb
via IFTTT

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

Οι πολιτικοί αυτοεξόριστοι της Ευρώπης

—της Κατερίνας Οικονομάκου από το insidestory.gr

Και μόνο το όνομα της οργάνωσης διαβάζεται σαν μια πολύ σαφής δήλωση: «Ελεύθερη Ουγγρική Πρεσβεία», ή Freie Ungarische Botschaft (FUB) στα γερμανικά, τη γλώσσα στην οποία γεννήθηκε. Η πρώτη φορά που άκουσα για την ύπαρξη της οργάνωσης ήταν στη διάρκεια μιας συζήτησης με μια Ουγγαρέζα φίλη στο Βερολίνο. Μου έλεγε για ποιους λόγους δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό της να ζει ξανά στη Βουδαπέστη. Η μόνη περίπτωση να επιστρέψει στην πατρίδα της, μου έλεγε, ήταν να πάρει τέλος το καθεστώς Όρμπαν. Έτσι το είχε χαρακτηρίσει: καθεστώς. «Δηλαδή, αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου ως πολιτική αυτοεξόριστη;» μου ήρθε αυθόρμητα η ερώτηση. Η συνομιλήτρια μου δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί. «Απολύτως», είπε. Λίγες ημέρες αργότερα, θα με έφερνε σε επαφή με έναν νεαρό συμπατριώτη της, ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ελεύθερης Ουγγρικής Πρεσβείας.

Τη μέρα που συναντηθήκαμε, ο Μπάλιντ Βοϊτονόφσκι ήταν σε καλή διάθεση γιατί είχε μόλις συμφωνήσει για την καινούργια του δουλειά. «Ζω στο Βερολίνο τα τελευταία πέντε χρόνια. Όταν πρωτοήρθα, έπλυνα πιάτα, δούλεψα στη τηλεφωνική υποστήριξη ενός σάιτ γνωριμιών, έκανα ό,τι υπήρχε προσπαθώντας ταυτόχρονα να βρω κάτι στον τομέα μου», διηγείται. Έχοντας πίσω του σπουδές Κοινωνιολογίας, ο Βοϊτονόφσκι εργαζόταν σε προγράμματα υποστήριξης για άστεγους και χρόνια άνεργους στην Βουδαπέστη. Όταν τα γερμανικά του έφτασαν σε ένα καλό επίπεδο, βρήκε δουλειά ως κοινωνικός λειτουργός για ευάλωτα άτομα από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. «Και τώρα;» ρωτάω. Μου λέει ότι από το καινούργιο του πόστο, θα φέρνει σε επαφή ομάδες της Κοινωνίας των Πολιτών με τις δημοτικές υπηρεσίες του Βερολίνου.

O Μπάλιντ Βοϊτονόφσκι.

Όπως και η φίλη μου, ο Βοϊτονόφσκι δεν μπορεί να φανταστεί ότι θα επιστρέψει αύριο στην πόλη στην οποία γεννήθηκε. Αλλά δεν μπορεί και να τη βγάλει από τον νου του. «Τα πρώτα χρόνια στο Βερολίνο ήμουν αφοσιωμένος στην προσπάθειά μου να ενσωματωθώ στο νέο μου περιβάλλον. Κάποια στιγμή όμως αρχίζεις να σκέφτεσαι τι έχεις αφήσει πίσω σου. Και τι μπορείς να κάνεις για να βοηθήσεις όσους βρίσκονται ακόμη εκεί». Γιατί χρειάζονται βοήθεια όσοι έχουν μείνει πίσω; Για τον Βοϊτονόφσκι η απάντηση είναι αυτονόητη. «Ο Όρμπαν βλέπει την χώρα σαν το βασίλειό του. Ανεξάρτητη δικαιοσύνη δεν υπάρχει, τα ανεξάρτητα Μέσα ενημέρωσης τα πολέμησε ανελέηταEmboldened Viktor Orbán cracks down on friend turned foe | Τhe Guardian, με αποτέλεσμα να έχουν απομείνει μόνο δύο-τρία πολύ μικρά online, οι οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών έχουν διαρκώς προβλήματα με την κυβέρνηση, οι μειονότητες στοχοποιούνται και κάθε λίγο και λιγάκι βλέπουμε εκστρατείες εκφοβισμού των αντιφρονούντων».

«Ομάδες σαν τη δική μας υπάρχουν και σε άλλες πόλεις»

Έφτασε το 2015 για να πάει o Βοϊτονόφσκι σε διαδήλωση διαμαρτυρίας στην Πρεσβεία της Ουγγαρίας στη γερμανική πρωτεύουσα. Η πραγματικότητα στην πατρίδα τους δίνει συχνά στους Ούγγρους του Βερολίνου αφορμές για να κατεβαίνουν σε διαδήλωση, μου λέει. Μετά από μια τέτοια διαδήλωση, το καλοκαίρι του 2017, γεννήθηκε η ιδέα για τη δημιουργία μιας οργάνωσης που θα πήγαινε ένα βήμα πιο πέρα από τις διαμαρτυρίες κατά μήκος της Unter der Linden. «Μετά την πορεία κάπως έτυχε και μαζευτήκαμε αρκετοί άνθρωποι για να πιούμε μια μπύρα και να συζητήσουμε. Λέγαμε ότι στην πρωτεύουσα της Γερμανίας, στην καρδιά της Ευρώπης, θα έπρεπε να είμαστε σε θέση να κάνουμε κάτι παραπάνω από διαδηλώσεις αλληλεγγύης», αφηγείται. Αυτή ήταν η αρχή της FUB. Σύντομα θα οργάνωναν την πρώτη δημόσια συζήτηση, με κοινό εκατό ανθρώπων. Το μότο εκείνης της πρώτης συνάντησης γνωριμίας ήταν «Πώς μπορώ να επηρεάσω την πατρίδα μου από το εξωτερικό», συνεχίζει ο Βοϊτονόφσκι. Τον Σεπτέμβριο του 2017 άρχισαν να κάνουν μηνιαία εργαστήρια και να δικτυώνονται με την Κοινωνία των Πολιτών στην Γερμανία.

Οι βουλευτικές εκλογές του 2018 έδωσαν την αφορμή για την πρώτη καμπάνια με τον τίτλο «Πήγαινε να ψηφίσεις». «Για τους Ούγγρους που ζουν στη Δυτική Ευρώπη είναι πολύ δύσκολο να πάρουν μέρος στις εκλογές. Πρέπει κανείς να πάει αυτοπροσώπως να να ψηφίσει, δεν υπάρχει δυνατότητα online ή ταχυδρομικής ψήφου», εξηγεί. Από το 2010 έως σήμερα, υπολογίζεται ότι πάνω από 500.000 Ούγγροι έχουν εγκαταλείψει την χώρα. Οι περισσότεροι ζουν στην Μεγάλη Βρετανία, αλλά περίπου 200.000 βρίσκονται στην Γερμανία. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι επαγγελματίες υψηλής κατάρτισης, επιστήμονες, τεχνοκράτες και καλλιτέχνες, που έχουν φύγει από τη χώρα εξαιτίας της οικονομικής διαφθοράς, της αναξιοκρατίας και των περιορισμένων επαγγελματικών ευκαιριών.

Ο Βοϊτονόφσκι μου εξηγεί ότι η FUB έχει τρεις στόχους, για τους οποίους εργάζονται εθελοντικά αλλά με επαγγελματική συνέπεια, από 20 έως 40 άνθρωποι, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε πρότζεκτ. «Ο πρώτος μας στόχος είναι να οργανώσουμε την ουγγρική κοινότητα της Γερμανίας. Με μεγάλη χαρά διαπιστώσαμε πρόσφατα ότι ομάδες σαν τη δική μας υπάρχουν και σε άλλες γερμανικές πόλεις. Οργανώνουμε λοιπόν μια συνάντηση εκπροσώπων προκειμένου να συντονιστούμε για να είμαστε πιο αποτελεσματικοί. Ο δεύτερος στόχος αφορά την βοήθεια προς τις ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στην Ουγγαρία. Προσπαθούμε να συγκεντρώνουμε πόρους για να βοηθήσουμε τη δουλειά τους μέσα στη χώρα».

«Δεν ανήκουμε όλοι στον ίδιο πολιτικό χώρο»

Και τρίτος στόχος είναι η διαρκής ενημέρωση της γερμανικής κοινής γνώμης ταυτόχρονα με την άσκηση πίεσης στους πολιτικούς. «Λίγο πριν από τις ευρωεκλογές του 2019 συνεργαστήκαμε με ομάδα από πολιτικούς επιστήμονες και δημοσιογράφους, οι οποίοι μας βοήθησαν να καταρτίσουμε έναν κατάλογο με ερωτήματα πάνω στις σχέσεις της ΕΕ με την Ουγγαρία. Αυτά τα στείλαμε σε 40 υποψήφιους όλων των γερμανικών κομμάτων». Αναρωτιέμαι πόσοι απάντησαν. «Απάντησε το 70% σε όλες τις ερωτήσεις. Και όλοι απάντησαν σε τουλάχιστον μια ερώτηση. Έμεινα έκπληκτος. Μην ξεχνάτε, έρχομαι από την Ουγγαρία», λέει γελώντας ο Βοϊτονόφσκι.

Ποιο είναι το προφίλ των Ούγγρων που συμμετέχουν στην FUB; «Οι νεότεροι είναι στα 20 και οι μεγαλύτεροι λίγο πριν τα 50 τους. Εκείνο που για μένα είναι το σημαντικότερο χαρακτηριστικό μας είναι ότι δεν ανήκουμε όλοι στον ίδιο πολιτικό χώρο», λέει ο 35χρονος άντρας. «Πολλοί ανάμεσά μας είναι κοινωνικά και οικονομικά συντηρητικοί, ενώ εγώ για παράδειγμα είμαι πολύ αριστερός. Όμως έχουμε κοινές αξίες, έχουμε την ίδια έγνοια για τη δημοκρατία. Υπάρχουν άλλοι που δεν ασχολούνται όσο εγώ με την πολιτική, αλλά είναι άνθρωποι φιλελεύθεροι και νιώθουν ότι η χώρα είναι σε κακό δρόμο. Όταν ζούσα στην Ουγγαρία πίστευα ότι μπορώ να συνεργαστώ μόνο με τους ανθρώπους με τους συμφωνώ κατά 99,9%. Αλλά συνειδητοποίησα ότι έτσι δεν καταφέρνεις και πολλά», παρατηρεί χαμογελώντας. «Πήρα το μάθημά μου, στην πράξη».

Λίγο πριν με αφήσει για να πάει στην πρόβα της ερασιτεχνικής θεατρικής ομάδας στην οποία συμμετέχει μαζί με άλλους μετανάστες, θέλω να επιστρέψουμε σε κάτι που είχε αναφέρει νωρίτερα. Του θυμίζω ότι είχε μιλήσει, με μεγάλη φυσικότητα, για αντιφρονούντες. «Έτσι θα περιέγραφες τον εαυτό σου;» ζητάω να μάθω. Ο Βοϊτονόφσκι, όπως είχε κάνει και η φίλη μου πριν από αυτόν, νεύει καταφατικά. «Μα, εννοείται», απαντάει. «Ένας από τους πολλούς αντιφρονούντες που άφησαν τη χώρα. Υπάρχουν και αυτοί που έμειναν. Δεν είναι μόνο ότι οι άνθρωποι φοβούνται να μιλήσουν για να μη χάσουν τις δουλειές τους», εξηγεί. Ο 35χρονος άντρας μου θυμίζει τη λίστα που είχε δημοσιευτεί τον Απρίλιο του 2018 σε φιλοκυβερνητικό περιοδικό. Διακόσιοι πολίτες, διανοούμενοι, καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι και ακτιβιστές κατονομάζονταν ως μισθοφόροι του Τζορτζ Σόρος και εχθροί της πατρίδας. «Τους περισσότερους τους γνώριζα προσωπικά. Εάν είχα μείνει στην Ουγγαρία, κάποια στιγμή θα έβλεπα και το δικό μου όνομα σε μια τέτοια λίστα».

«Μια χώρα που δεν είναι πια δημοκρατία»

Υπάρχουν, λοιπόν, αντιφρονούντες σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Υπάρχουν πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αυτοπροσδιορίζονται ως πολιτικοί αυτοεξόριστοι; Τα ερωτήματα είναι ρητορικά. Υπάρχουν και είναι Ούγγροι. Πρόκειται για μια πραγματικότητα πρωτόγνωρη στην ιστορία της ΕΕ. «Όταν θα συναντηθούν σε λίγες μέρες στις Βρυξέλλες οι ηγέτες της ΕΕ, θα μοιράζονται ένα ένοχο μυστικό: ανάμεσά τους θα κάθεται ο ηγέτης μιας χώρας που δεν είναι πια δημοκρατία», έγραφε τον περασμένο Ιούνιο στον Guardian ο Βρετανός ιστορικός Τίμοθι Γκάρτον Ας, ο οποίος γνωρίζει σε βάθος την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.

Η εικονογράφηση του Guardian στο άρθρο του ιστορικού Τίμοθι Γκάρτον Ας. [Eva Bee]

Ο Γκάρτον Ας δεν διατύπωσε τον ισχυρισμό του με ελαφρότητα. Ήξερε πολύ καλά τι έλεγε και θα αξιοποιούσε το υπόλοιπο άρθρο για να το τεκμηριώσει. Και να παρατηρήσει πόσο σκανδαλώδης είναι η άνεση με την οποία ο Βίκτορ Όρμπαν αξιοποιεί ευρωπαϊκά κεφάλαια  προκειμένου να κρατήσει ζωντανό κι ακλόνητο το καθεστώς του. Ένα καθεστώς που ο ιστορικός χαρακτηρίζει «υβριδικό». Ο ίδιος ο Ούγγρος πρωθυπουργός μας το είχε συστήσει το 2014 ως «μη φιλελεύθερη δημοκρατία». Ο Ούγγρος πρωθυπουργός έχει επανειλημμένα εκφράσει την άποψη ότι ένα κράτος δεν χρειάζεται να είναι φιλελεύθερο για να είναι δημοκρατικό. Η «μη φιλελεύθερη ή εθνική άποψη», όπως έχει πει, βλέπει το έθνος ως μια ιστορικά και πολιτισμικά διαμορφωμένη κοινότητα, τα μέλη της οποίας πρέπει να προστατευθούν και να είναι σε θέση να αμυνθούν. Εδώ και μερικούς μήνες, ο Όρμπαν περιγράφει το καθεστώς που έχει πλέον εγκαθιδρύσει ως «Χριστιανική ελευθερία». Είναι το καθεστώς που έχει προτεραιότητα, λέει, να προστατεύσει όσα οι φιλελεύθεροι παραμελούν, ξεχνούν ή απεχθάνονται.

«Μας είπαν προδότες»

«Τον πρώτο καιρό που ήρθαμε ήταν δύσκολα, αλλά τώρα είμαι απολύτως σίγουρη ότι πήραμε τη σωστή απόφαση. Η κυβέρνηση στην Ουγγαρία κάνει ό,τι θέλει, είναι απολύτως τρομακτικό αυτό που συμβαίνει», μου λέει η Μπάρμπαρα Κόσα. Συναντιόμαστε ένα μεσημέρι, στο διάλειμμα από τη δουλειά της. Η 41χρονη Ουγγαρέζα ήρθε στο Βερολίνο πριν από πέντε χρόνια μαζί με τον άντρα της και τις δυο μικρές κόρες τους. Στη Βουδαπέστη, όπου ζούσαν, δεν είχαν οικονομικό πρόβλημα, μου λέει. Αλλά κάποια στιγμή άρχισε να δέχεται πιέσεις στη δουλειά της. Ήταν πρότζεκτ μάνατζερ για εκπαιδευτικά προγράμματα της ΕΕ. «Ο άντρας μου επέμενε για καιρό ότι είναι καλύτερα να φύγουμε. Να μεγαλώσουν κάπου αλλού τα παιδιά μας», διηγείται.

O Βίκτορ Όρμπαν σε προεκλογική ομιλία. [FERENC ISZA / AFP]

Για την Κόσα, το δυσκολότερο ήταν να εξηγήσει στη μητέρα της τους λόγους της απόφασής της. «Ήταν πολύ στεναχωρημένη. Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι αυτοί δεν θα φύγουν από την κυβέρνηση. Η μητέρα μου δεν είναι ψηφοφόρος του Όρμπαν, αλλά δεν καταλάβαινε γιατί είχαμε πρόβλημα με την κατάσταση. Είναι ένα αντανακλαστικό από την εποχή του κομμουνισμού», παρατηρεί. «Εντάξει, αυτοί οι πολιτικοί ας κάνουν ό,τι θέλουν, είναι μακριά από εμάς, εμείς ζούμε τις μικρές ζωές μας, δεν ανακατευόμαστε. Έτσι σκέφτονται. Αλλά δεν είναι έτσι», συνεχίζει και ο τόνος της φωνής της αλλάζει. «Μπαίνουν στα σπίτια μας, φυσικά».

Δεν είναι ακτιβίστρια, διευκρινίζει η Μπάρμπαρα. Θα προτιμούσε να μην ασχολείται με την πολιτική. Το κάνει όσο λιγότερο μπορεί. Δεν είναι μέλος της FUB, για παράδειγμα, αλλά μερικές φορές πηγαίνει στις διαδηλώσεις και τις συζητήσεις που οργανώνουν. Όταν όμως τη ρωτάω αν νιώθει ότι είναι πολιτική αυτοεξόριστη, η 41χρονη γυναίκα χαμογελάει θλιμμένα. «Βεβαίως και είμαι, ναι», λέει. «Αλλά είμαι πολίτης της ΕΕ, μπορώ να κινούμαι ελεύθερα κι έτσι να δώσω στα παιδιά μου το δώρο μιας δεύτερης γλώσσας και της ζωής σε μια καλύτερη κοινωνία». Η Κόσα θέλει να μου μιλήσει για τον διχασμό και την πόλωση που έχει καλλιεργήσει το καθεστώς Όρμπαν από το 2010. Αυτό την πονάει πολύ. «Όταν φύγαμε για τη Γερμανία, υπήρξαν άνθρωποι που μας είπαν προδότες. Είμαστε “ηλίθιοι φιλελεύθεροι”, έτσι μας αποκάλεσαν».

Αντικυβερνητική διαδήλωση στη Βουδαπέστη. [ISTVAN HUSZTI / AFP]

Στην Ουγγαρία υπήρχε πάντα διχασμός, όπως υπήρχε και πάντα διαφθορά. Αυτό είναι κάτι που μου έχουν πει και οι δύο συνομιλητές μου. Αλλά υπό την κυβέρνηση του FideszFidesz, όλα έγιναν πολύ χειρότερα. Ο διχασμός έγινε πόλωση και μίσος, ειδικά απέναντι στους φιλελεύθερους κατοίκους της Βουδαπέστης. Η Κόσα μου λέει ότι κατά τη γνώμη της το κακό άρχισε όταν έπεσε το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου: «Από ένα σημείο και μετά, ήταν αποδεκτό να κατηγορήσεις οποιονδήποτε για οτιδήποτε. Ήταν σαν να άνοιξε το Κουτί της Πανδώρας. Το Κουτί ανοίγει μέσα σε μια ημέρα, αλλά παίρνει δεκαετίες για να κλείσει. Αυτό έκανε η κυβέρνηση Όρμπαν, το άνοιξε».

Όσο για τη διαφθορά επεκτάθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε πλέον να δικαιολογεί όσους περιγράφουν ένα μετακομμουνιστικό κράτος-μαφία, όπου ο πρωθυπουργός κυβερνάει τη χώρα σαν να πρόκειται για ιδιοκτησία του. «Οι πολίτες δεν διαμαρτύρονται βλέποντας πόσο έχει πλουτίσει η οικογένεια και το περιβάλλον του πρωθυπουργού;» αναρωτιέμαι. Οι Ούγγροι, μου εξηγεί, έχουν συνηθίσει τις διεφθαρμένες κυβερνήσεις. Κι όταν πια τα κρούσματα είναι καθημερινά, δεν ξέρεις με τι να πρωτοασχοληθείς. «Κι έπειτα είναι η κληρονομιά του κομμουνισμού. Στις μεγαλύτερες γενιές θα δεις ότι οι άνθρωποι φοβούνται να μιλήσουν ανοιχτά, έτσι έχουν μάθει», εξηγεί.

Πώς δικαιολογείται, όμως, η δημοτικότητα του Βίκτορ Όρμπαν; Οι Ούγγροι τον ψηφίζουν. «Τον ψηφίζουν στην επαρχία, κι αυτό αρκεί, έτσι όπως μαγείρεψε το εκλογικό σύστημα. Στην επαρχία φτάνει μόνο η κυβερνητική προπαγάνδα και κανένας άλλος λόγος. Η Βουδαπέστη είναι φιλελεύθερη, η επαρχία είναι εντελώς άλλος κόσμος. Γι’ αυτό πρέπει κανείς να ξεκινήσει από εκεί για να μπορέσει μια μέρα να ανατρέψει το καθεστώς», παρατηρεί. «Θα ήθελες κάποτε να γυρίσεις στην Ουγγαρία;» τη ρωτάω. «Μμμ, όταν γεράσω, αν όλα είναι καλά, θα ήθελα να έχω ένα σπίτι στη λίμνη Μπαλατόν», απαντάει χαμογελώντας. «Έως τότε, μπορώ να ζω όπου είναι καλύτερα. Είμαι πολίτης της Ευρώπης».

Ένας επικίνδυνος σκηνοθέτης

Στην πατρίδα του, ο Άρπαντ Σίλιγκ είναι ένας «εχθρός του κράτους». Για την ακρίβεια, είναι «ύποπτος για προετοιμασία πράξεων εχθρικών προς το κράτος». Έτσι τον χαρακτήρισε, επισήμως, η κυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν το 2017. Ο Άρπαντ Σίλιγκ, ιδρυτής του θεάτρου Kretakor, είναι ένας από τους διάσημους Ούγγρους σκηνοθέτες της εποχής μας. Στην Ελλάδα ήρθε τελευταία φορά το 2015, στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, με το θεατρικό έργο Η ημέρα της οργής. Αυτόν τον καιρό προετοιμάζει μια παράσταση που θα κάνει πρεμιέρα τον Απρίλιο στη Βαρσοβία. Έχει χρόνια να δουλέψει στην πατρίδα του, μου λέει, μιλώντας μου μέσα από την οθόνη του skype. Είναι ένα ηλιόλουστο πρωινό, στην Αθήνα όπου βρίσκομαι εγώ, αλλά και στην Ντι, ένα χωριό στον γαλλικό Νότο. Εκεί είναι πια το σπίτι του.

Ο διάσημος σκηνοθέτης Άρπαντ Σίλιγνκ. [photo: Zágon Nagy]

Πώς φτάνει μια κυβέρνηση να καταγγείλει έναν διακεκριμένο καλλιτέχνη ως εχθρό του κράτους και κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια; Ο Σίλιγκ μου λέει ότι υπήρξε πολύ επικριτικός απέναντι στο καθεστώς. Στην Ουγγαρίου του 21ου αιώνα, αρκεί να εκφράζεται κανείς εναντίον της κυβέρνησης για να χαρακτηριστεί επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια; «Ναι, ακριβώς. Η κατάσταση εξελίχθηκε στο πέρασμα των χρόνων. Το 2010, όταν ξεκίνησαν οι προστριβές και οι πιέσεις της κυβέρνησης προς τους εκπροσώπους του ανεξάρτητου θεάτρου, θεωρούσα ότι πρέπει να κάνουμε διάλογο. Είμαστε όλοι Ούγγροι, ζούμε μαζί, πρέπει να μπορούμε να συνεννοηθούμε και να συμβιβαστούμε. Το πίστευα αυτό. Αυτή η κυβέρνηση δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να μιλάει για το έθνος. Ε, λοιπόν, κι εμείς στο έθνος ανήκουμε», λέει.

Από το θεατρικό «Ημέρα της Οργής» στην Στέγη. [photo: Zágon Nagy]

Με τα χρόνια, όμως, καθώς παρακολουθούσε την κυβέρνηση να μετατρέπεται με γοργούς ρυθμούς σε καθεστώς, ο σκηνοθέτης έγινε πολύ σκληρός στην κριτική του. Αλλά έκανε κριτική, χρησιμοποιούσε την τέχνη του και τον λόγο. «Ποτέ δεν επιτέθηκα με οποιονδήποτε τρόπο στο κράτος ή σε θεσμούς. Μιλούσα, μιλούσα έντονα, αλλά μόνο μιλούσα», συνεχίζει. Ο 45χρονος άντρας λέει ότι αισθανόταν πως είχε το ηθικό καθήκον να βγαίνει μπροστά λόγω της αναγνωρισιμότητάς του. Ενδεχομένως, βέβαια, αυτή ακριβώς η απήχηση που έχει ο λόγος του στο εξωτερικό, έκανε το καθεστώς να τον αναγάγει σε κίνδυνο για την ασφάλεια της Ουγγαρίας. Βοήθησε και το τάιμιγκ – λίγους μήνες αργότερα η χώρα θα πήγαινε σε εκλογές.

«Ένιωθα ότι όλοι είχαν παραιτηθεί»

«Στην Ουγγαρία με έσπρωξαν να γίνω αντιφρονών», μου λέει. «Αλλά για μένα το πιο κρίσιμο ερώτημα δεν είχε να κάνει με τον ίδιο τον Όρμπαν. Αυτό που εγώ έβλεπα ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο ήταν πως αν μου συνέβαινε κάτι, κανείς δεν θα έβγαινε να με υπερασπιστεί, κανείς δεν θα ήταν στο πλευρό μου». Είναι πολύ δύσκολο για τον Σίλιγκ να κρύψει τη θλίψη και την απογοήτευσή του για τη στάση που κράτησαν οι συνάδελφοί του όταν μπήκε στο στόχαστρο της κυβέρνησης. «Οι περισσότεροι συνάδελφοί μου άρχισαν να το μετατρέπουν σε αστείο, να λένε, έλα τώρα, δεν είναι σοβαρά αυτά, ποιος ασχολείται», θυμάται. Την ίδια ώρα, ο σκηνοθέτης δεχόταν εκφράσεις αλληλεγγύης από τα θέατρα ολόκληρης της Ευρώπης. «Αλλά στην πατρίδα μου, το έβρισκαν αστείο και αδιάφορο να με περιγράφει το καθεστώς ως τρομοκράτη», διαμαρτύρεται.

To ουγγρικό κοινοβούλιο. [ATTILA KISBENEDEK / AFP]

Πώς το εξηγεί; Σε ένα βαθμό, αυτό έχει να κάνει με την κληρονομιά του κομμουνισμού, μου απαντάει. Αυτή η μοιρολατρική σιωπή, η βεβαιότητα ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτε, ότι έτσι έχουν τα πράγματα και καλύτερα να κοιτάς τη δουλειά σου. «Διαπίστωσα ότι για τους περισσότερους συναδέλφους μου δεν είναι πρόβλημα ούτε οι επιθέσεις στη Δικαιοσύνη, ούτε οι επιθέσεις στον Τύπο, ούτε ο νόμος κατά των αστέγων, ούτε η δαιμονοποίηση των προσφύγων, του Σόρος και των ΜΚΟ, ούτε ο περιορισμός της ακαδημαϊκής ελευθερίας, ούτε καν οι μεταρρυθμίσεις που παραβιάζουν το Σύνταγμα». Ο Άρπαντ Σίλιγκ είναι χειμαρρώδης καθώς επιστρέφει νοερά σε όσα έχουν σημαδέψει την πατρίδα του τα τελευταία εννέα χρόνια. «Λένε, εντάξει, δεν μας αρέσουν, αλλά αυτά έχει η εξουσία. Εμείς ανεβάζουμε κλασικά έργα, κοιτάμε τη δουλειά μας και δεν ανακατευόμαστε με την πολιτική».

Τον ρωτάω αν αυτός ήταν κι ο λόγος που έφυγε. Αν κουράστηκε. «Ζούσα σε μια χώρα όπου όλο και περισσότεροι άνθρωποι συμβιβάζονται με την κατάσταση και την αποδέχονται. Μιλάω και για τους διανοούμενους. Κάποια στιγμή ένιωθα ότι όλοι είχαν παραιτηθεί. Εφόσον είμαι ευρωπαίος πολίτης, σκέφτηκα, γιατί μένω ακόμη εδώ; Θέλω να ζήσω σε μια δημοκρατική χώρα». Κι έπειτα, έχει δύο παιδιά. «Ήθελα να τους δείξω κάτι διαφορετικό». Ο Σίλιγκ σπεύδει να μου διευκρινίσει πως δεν είναι αφελής. «Όλες οι χώρες έχουν προβληματα, αλλά αυτό που γίνεται στην Ουγγαρία δεν υπάρχει αλλού στην ΕΕ». Πώς έφτασε, όμως, ο Βίκτορ Όρμπαν να κερδίζει τις εκλογές και να διατηρεί σε υψηλά επίπεδα τη δημοτικότητά του; Έστω και αν αυτό συμβαίνει περισσότερο στην επαρχία και πολύ λιγότερο στην πρωτεύουσα, όπου πρόσφατα η αντιπολίτευση πέτυχε την πρώτη μεγάλη νίκη της, με την εκλογή του Γέργκελι Καρακσόνι στη δημαρχία της Βουδαπέστης.

O 44χρονος νέος δήμαρχος της Βουδαπέστης Γέργκελι Καρακσόνι προκάλεσε την πρώτη μεγάλη ήττα του Όρμπαν από το 2010. [ATTILA KISBENEDEK / AFP]

«Πριν το 2010, η δημόσια συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από το πώς θα προσαρμοστούμε στη δυτική δημοκρατία. Υπήρχε για μεγάλο διάστημα η πίεση, η απαίτηση, να μάθουμε να σκεφτόμαστε ελεύθερα, να μάθουμε τι σημαίνει δημοκρατία, ποιες ευθύνες έχουμε ως πολίτες. Αυτά που εγώ προσπαθώ να διδαχτώ ζώντας στη Γαλλία. Και ξαφνικά εμφανίζεται ένας πολιτικός που σου λέει ότι δεν χρειάζεται να αλλάξεις και να προσαρμοστείς στα δυτικά πρότυπα. Είσαι αρκετά καλός όπως είσαι». Δηλαδή; «Δηλαδή μπορείς να μισείς τους ξένους, να μισείς τους Ρομά, να βρίζεις τους μαύρους, να κάνεις ό,τι θέλεις. Και καλύτερα να μη μάθεις καν μια ξένη γλώσσα. Αρκεί να δεχτείς εμένα κι εγώ θα φροντίσω για όλα». Σύμφωνα με τον συνομιλητή μου, εκεί κρύβεται η δύναμη του Όρμπαν. Σε αυτήν που χαρακτηρίζει ως «νηπιοποίηση» της μεγάλης πλειοψηφίας των συμπατριωτών του.

«Δεν έφυγα επειδή το ήθελα»

Μοιάζει περιττό να ρωτήσω τον Άρπαντ αν αυτοπροσδιορίζεται ως πολιτικός αυτοξόριστος. Αλλά το κάνω. «Βεβαίως και έτσι αισθάνομαι. Δεν έφυγα επειδή το ήθελα, αλλά εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης», απαντάει. Πρόσφατα συνέβη κάτι που τον έκανε να αισθανθεί λιγότερη μοναξιά. «Έδωσα μια συνέντευξη σε μια μικρή ανεξάρτητη εφημερίδα στην Ουγγαρία. Εκεί περιέγραψα τον εαυτό μου με μια λέξη που χρησιμοποιούσαμε για τους αντιφρονούντες κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και όλα τα χρόνια μεταπολεμικά, ειδικά το 1956. Είναι μια πολύ γνωστή λέξη στην Ουγγαρία, με μακρά ιστορία. Αλλά μετά την πτώση του κομμουνισμού, δεν την χρησιμοποιήσαμε ποτέ ξανά. Μετά το 1989, όποιος έφευγε από τη χώρα, έφευγε απλώς ως μετανάστης. Αλλά σε εκείνη τη συνέντευξη χρησιμοποίησα αυτή τη λέξη γιατί έτσι νιώθω. Τις επόμενες ημέρες άρχισα να λαμβάνω ηλεκτρονικά μηνύματα από Ούγγρους σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, ανθρώπους άγνωστους σε μένα. Μου έγραφαν ότι ένιωθαν ακριβώς όπως εγώ». Ορισμένοι ζητούσαν τη γνώμη του για το πώς θα μπορούσαν να κάνουν κάτι για την πολιτική κατάσταση στην πατρίδα τους, ζώντας στο εξωτερικό.

Πλακάτ σε φιλοκουρδική πορεία τον Νοέμβριο παρουσιάζει τον Όρμπαν να φιλά το χέρι του Σουλτάνου Έρντογαν. [PETER KOHALMI / AFP]

Κλείνοντας εκείνο το άρθρο του για την Ουγγαρία, τον περασμένο Ιούνιο, ο Τίμοθι Γκάρτον Ας προέτρεπε τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και όλους τους επικεφαλής των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να κρατήσουν τους προβολείς στραμμένους πάνω «σε αυτήν την τραγωδία στην καρδιά της Ευρώπης». Ο Άρπαντ Σίλιγκ δεν μπορεί να καταλάβει πώς είναι δυνατό να μην βλέπουν οι Βρυξέλλες ότι υπάρχουν πολίτες της ΕΕ που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους διότι είναι αντιφρονούντες. «Δεν λέω ότι η Ουγγαρία είναι σαν τη Ρωσία. Εκεί κάποιος σαν εμένα θα πήγαινε στη φυλακή. Αλλά πρέπει να αρχίσουμε να μπαίνουμε φυλακή προτού φοβηθούμε; Η Ουγγαρία δεν είναι Ρωσία, είναι χώρα της Ευρώπης. Κι οι μέθοδοι του Όρμπαν είναι κάτι ολότελα πρωτόγνωρο. Χρησιμοποιεί τα εργαλεία της δημοκρατίας για να φτιάξει ένα καθεστώς απολυταρχικό».

[Derzsi Elekes Andor]

Ο Βρετανός ιστορικός θα συμφωνούσε με τον Ούγγρο σκηνοθέτη, που μου μιλάει από το μικρό χωριό της Γαλλίας, όπου επέλεξε να καταφύγει. «Ό,τι θα κάνει η ΕΕ για την Ουγγαρία, θα έχει σημασία όχι μόνο για τους Ούγγρους, αλλά για την Ευρώπη στο σύνολό της. Η ευρωπαϊκή ήπειρος μπορεί να περιλαμβάνει διαφόρων ειδών καθεστώτα, αλλά η ΕΕ οφείλει να είναι μια κοινότητα από δημοκρατίες», έγραφε.



from dimart https://ift.tt/37WkYIm
via IFTTT

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

Βασίλης Κικίλιας: Βουλκανιζατέρ

—του Μιχάλη Τσιντσίνη—

Και τι έγινε που είναι νεοδημοκράτης; Πρέπει να αποκλείσουμε όσους είναι Νέα Δημοκρατία; Ξεχάσατε ότι η Ν.Δ. είναι το 40%; Να αποκλείσουμε το 40%;

Οι κυβερνητικοί, που αντιδρούσαν με αυτές τις ρητορικές ερωτήσεις στον θόρυβο για τους χειρουργικούς διορισμούς διοικητών στα νοσοκομεία, δεν έχουν άδικο. Δεν είναι πρόβλημα αν αυτός που διορίζεται έχει κομματική ταυτότητα. Πρόβλημα είναι αν έχει μόνο κομματική ταυτότητα – και κανένα άλλο ίχνος στο βιογραφικό του που να τον καθιστά κατάλληλο για τη θέση.

Δεν ήταν πρόβλημα που ο 80χρονος –τον οποίο ο Βασίλης Κικίλιας απέπεμψε 48 ώρες αφότου τον είχε ο ίδιος διορίσει– είχε προϋπηρεσία πολιτευτή στη Ν.Δ., στους ΑΝΕΛ και ξανά στη Ν.Δ. Το πρόβλημα ήταν μάλλον η προϋπηρεσία του ως απόμαχου εκπαιδευτικού – άσχετου με το μάνατζμεντ. Ένας νεοδημοκράτης από τα Γιαννιτσά θα μπορούσε να διοριστεί διοικητής του νοσοκομείου του Κιλκίς χωρίς να σηκωθεί φρύδι. Θα μπορούσε, αν δεν αυτοσυστηνόταν ως πρώην προπονητής του Εδεσσαϊκού.

Τα ανάλογα παραδείγματα στη λίστα των διοικητών δεν είναι λίγα. Είναι τόσα και τέτοια, ώστε να δικαιολογούν την εκτίμηση πως η διαδικασία χρησιμοποιήθηκε σαν ιμάντας αποκατάστασης όχι των εκλεκτών ενός υπουργού, αλλά παραγόντων όλης της κομματικής ενδοχώρας. Εξ ου και τα κίνητρα των επιλογών αποκαλύπτονται, σε ορισμένες ιλαροτραγικά αυτοενοχοποιητικές περιπτώσεις, από τους νεοδημοκρατικούς τοπικούς εμφυλίους που προκαλούν οι «κομμένοι».

To ελαφρυντικό που επικαλείται ημιεπισήμως η κυβέρνηση είναι ότι δεν θα μπορούσε να προσελκύσει αστέρες του μάνατζμεντ για θέσεις που αμείβονται με σκάρτα δύο χιλιάδες ευρώ τον μήνα. Άλλωστε, δεν είναι, λένε, όλες οι επιλογές από τον κομματικό κουβά. Στα μεγάλα νοσοκομεία του κέντρου, που διαχειρίζονται συντριπτικά περισσότερους ασθενείς και περισσότερα χρήματα, επιστρατεύτηκαν πιο αυστηρά φίλτρα στρατολόγησης.

Ο νόμος που πέρασε ο Κικίλιας προβλέπει τρίμηνες αξιολογήσεις και απόλυση χωρίς αποζημίωση για όσους διοικητές δεν πιάνουν τους στόχους. Το θέμα, όμως, με το οποίο βρίσκεται από χθες αντιμέτωπη η κυβέρνηση υπερβαίνει κατά πολύ το βεληνεκές του χαρτοφυλακίου της Υγείας.

Με το να επικαλείται τον «ιδιοκτήτη του βουλκανιζατέρ» –που είχε διορίσει μάνατζερ νοσοκομείου ο Πολάκης– η κυβέρνηση επιδεινώνει, αντί να προσπερνά, το επικοινωνιακό της ατύχημα. Ζητάει να συγκριθεί σε πελατειακές επιδόσεις με τους προκατόχους της, καταλήγοντας έτσι να εξομοιώνει τον εαυτό της με εκείνους.

Αν σε κάτι μοιάζει όντως με τους προκατόχους της η Ν.Δ. είναι στη σφοδρότητα με την οποία γυρίζει και τη χτυπάει η προεκλογική ρητορική της: Όλο το κήρυγμα περί αριστείας και μηνύματος αξιοκρατίας, που επρόκειτο να προσελκύσει τους άξιους Έλληνες της νέας διασποράς, επιστρέφει μέσω Καρδίτσης. Κι επιστρέφει σαν τύψη.

Πηγή: Η Καθημερινή

* * *

 Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Copy-paste

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο twitter
instagram-logo
img_logo_bluebg_2x


from dimart https://ift.tt/33tSDWc
via IFTTT