Κυριολεξίες #72
—της Εύης Τσακνιά—

…και το κουνούπι ατσάλι.
* * *
#tip: ανοίξτε την εικόνα σε νέα καρτέλα (tab) για να τη δείτε σε μεγάλο μέγεθος
Εδώ άλλες κυριολεξίες από την Εύη Τσακνιά και το dim/art
from dimart https://ift.tt/2J7pMzj
via IFTTT
—της Εύης Τσακνιά—

* * *
#tip: ανοίξτε την εικόνα σε νέα καρτέλα (tab) για να τη δείτε σε μεγάλο μέγεθος
Εδώ άλλες κυριολεξίες από την Εύη Τσακνιά και το dim/art
—της Αγγελικής Μποζίκη—
Το καλοκαίρι αυτό
μπήκε σα ζωγραφιά μικρού παιδιού,
που πρώτη του φορά σκηνοθετεί
τοπία και εποχές.
—Κική Δημουλά—
Πώς να μιλήσεις σε ένα παιδί για την ποίηση; Και τι θα καταλάβει; Με έχουν απασχολήσει πολύ αυτά τα ερωτήματα ως μαμά. Αλλά σε κόντρα όσων υποστηρίζουν ότι τα παιδιά «δεν καταλαβαίνουν», εγώ διάβαζα ποίηση στον Πέτρο από την εγκυμοσύνη. Και δεν σταμάτησα ποτέ. Και πολύ πρόσφατα απέκτησε το ολοδικό του βιβλίο ποίησης.
Η πρώτη ανθολογία ποίησης για παιδιά είναι γεγονός! Το βιβλίο ακολουθεί την ροή των τεσσάρων εποχών του χρόνου, ξεκινώντας από τον χειμώνα. Η ποιήτρια και εκπαιδευτικός Μαριγώ Αλεξοπούλου επέλεξε τα ποιήματα. Και έχει επιλογές για όλα τα γούστα: Ελύτη, Σεφέρη, Καρυωτάκη, Ρίτσο και άλλους πολλούς. Η εικονογράφηση είναι της Σάντρας Ελευθερίου και είναι πραγματικά μαγική και ποιητική. Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο ενθουσιαζόμουν σε κάθε σελίδα όλο και περισσότερο.
Αλλά και ο Πέτρος ενθουσιάστηκε. Και το μεγάλο παιδί του σπιτιού επίσης. Μιλήσαμε για τα αγαπημένα μας ποιήματα, διαβάσαμε κάποια από την ανθολογία και προσπαθήσαμε να διαλέξουμε αγαπημένο ποιητή. Ακούσαμε την μελοποιημένη εκδοχή κάποιων ποιημάτων και το βιβλίο είναι εκεί στον καναπέ γιατί κάποια βράδια διαλέγουμε να διαβάσουμε το ένα ποίημα για καληνύχτα.
Στις τελευταίες σελίδες αντί επιμέτρου υπάρχει ένα ποίημα του Αργύρη Χιόνη για την ποίηση:
Τα ποιήματα είναι τοπία ή αποσπάσματα τοπίων: όπως αυτά που βλέπεις
απ’ το παράθυρο… ξαφνικές εικόνες που προς εσένα έρχονται ή φεύγουν .
Τοπία μαγικά που η όραση, αδιάκοπα, τα βρίσκει και τα χάνει…
Είναι πουλιά που ανάλογα με τις εποχές μεταναστεύουν.
Ένα βιβλίο πραγματικό κόσμημα φέρει μέσα του όλη τη μαγεία της ποίησης. Ιδανικό για δώρο. Ιδανικό για να χτίσετε «στιγμές» με τα παιδιά σας.
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.
* * *
—Ριόκαν Τάιγκου—
Μετάφραση: Γιώργος Τσακνιάς
Όταν θα ‘ρθει η άνοιξη
στα κλαδιά των δέντρων
θ’ ανθίσουν λουλούδια.
Μα τα παιδιά
που πέσαν με τα φύλλα το φθινόπωρο
ποτέ δεν θα γυρίσουν.
[ Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από την αγγλική μετάφραση του Τζον Στίβενς ]
Εικόνα εξωφύλλου: αυτοπροσωπογραφία του Ριόκαν.
* * *
—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα—
Τις τελευταίες μέρες, δόθηκε πράγματι ένα ισχυρό σήμα αποτροπής της οργανωμένης μαζικής εισόδου μεταναστών και προσφύγων στα ελληνο-τουρκικά σύνορα του Έβρου. Για πρώτη φορά, η Ελλάδα αλλά και η Ευρώπη θωράκισε αποτελεσματικά τα σύνορά της απέναντι στην Τουρκία, που αποφάσισε να «εργαλειοποιήσει» τον εκπατρισμό χιλιάδων ανθρώπων, μετατρέποντάς τον σε ένα πρόχειρο διπλωματικό όπλο. Τα «απαραβίαστα σύνορα» είναι σαφώς μια επιτυχημένη επίδειξη άμυνας, που συνοδεύτηκε ωστόσο και από μια γραφική έξαρση του εθνικισμού και του ρατσισμού. Οι «πίτες του στρατιώτη» και τα ρεπορτάζ από τις εθελοντικές «πολιτοφυλακές του Έβρου» εξακολουθούν να σκεπάζουν με μπόλικη επικοινωνιακή ομίχλη το πραγματικό πρόβλημα: Για πόσο καιρό θα ζούμε με κλειστά σύνορα; Για πόσο θα ζούμε με προσωρινή αναστολή των διαδικασιών ασύλου; Για πόσο θα βλέπουμε τη μεταναστευτική πολιτική της χώρας να σκαρφαλώνει αρχικά στο φράχτη του Έβρου και μετά να βουλιάζει στις θάλασσες του Αιγαίου; Όλοι κατανοούμε πως οι συνθήκες είναι έκτακτες, αλλά ας είμαστε ρεαλιστές. Οι ροές των μεταναστών και των προσφύγων δεν θα ανακοπούν∙ απλώς θα προσαρμοστούν στη συγκυρία της επόμενης «προσωρινής» λύσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα θα πρέπει σαφώς να υιοθετήσει ένα συνδυασμό λύσεων, σύμφωνα με το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο αλλά και τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματά της: με ασφαλή φύλαξη συνόρων, με επανα-προωθήσεις, με ταχύτερες διαδικασίες ασύλου, με αποσυμφόρηση των νησιών και με παράλληλες διαδικασίες ένταξης των προσφύγων και των μεταναστών.
Όσον αφορά πάντως αυτό το τελευταίο σημείο, η Ελλάδα πρέπει να σκεφτεί αν και κατά πόσο μπορεί να αξιοποιήσει τις μεταναστευτικές ροές, στο μέτρο και στο βαθμό που της αναλογεί. Γιατί, εκτός από τα κλειστά σύνορα στον Έβρο υπάρχουν και τα κλειστά σύνορα της λογικής. Πώς χαράσσει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος τη μεταναστευτική πολιτική του; Με ποιο σχέδιο, με ποια προετοιμασία και με ποιο χρονοδιάγραμμα; Οι πρόσφατες πυρκαγιές στις «δομές ένταξης» προσφύγων[1] καθώς και οι αποκρουστική αντίδραση ορισμένων ακραίων στοιχείων[2] που βρέθηκαν στις παρυφές του κυβερνητικού κόμματος, είναι αρκετές για να δείξουν ότι η απόσταση που χωρίζει τον πολιτικό φιλελευθερισμό από το στόμα του λύκου είναι μικρή∙ ιδίως όταν εκεί δεν υπάρχει κανένας προστατευτικός φράχτης. Πράγματι, εδώ και χρόνια, ή έννοια του πρόσφυγα και του μετανάστη είναι η κατεξοχήν έννοια που δοκιμάζει τα όρια του έθνους-κράτους, την ιδιότητα του πολίτη αλλά και τις παραδόσεις του ουμανισμού. Το θέμα, όπως θα το περιέγραφε η Χάνα Άρεντ, είναι πώς, ποιοι και πόσοι σημερινοί «εχθρικοί αλλοδαποί» μπορεί κάποτε να γίνουν οι αυριανοί συμπολίτες μας. Το εξαιρετικά πολύπλοκο αυτό πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί ούτε με ρηχό δικαιωματισμό ούτε με μιλιταριστικό πατριωτισμό. Και οι δύο τάσεις ανήκουν άλλωστε σε μια παλαιότερη —και ίσως πιο αθώα— εποχή∙ σε μια εποχή που το «είμαστε όλοι μετανάστες» εναλλασσόταν με το «δε θα γίνεις Έλληνας, ποτέ Αλβανέ, Αλβανέ».

Δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει κανείς αναλυτικά τη σχετική βιβλιογραφία για να καταλάβει πως δεν βρισκόμαστε πια σε αυτό το σημείο. Ο καιρός του μετανάστη-«βιομηχανικού εργάτη» τέλειωσε. Ο καιρός της μεταναστευτικής «ένεσης» του ασφαλιστικού και του δημογραφικού προβλήματος τέλειωσε. Ο καιρός της πολιτιστικής «βόμβας» και της ενδεχόμενης «πληθυσμιακής αλλοίωσης» επίσης τέλειωσε.[3] Ο νέος ευρωπαϊκός σχεδιασμός περιλαμβάνει αυστηρό έλεγχο των συνόρων και ριζικό εκσυγχρονισμό των δια-κρατικών/διεθνικών σχέσεων, σε ένα νέο πλαίσιο ασφάλειας και ρυθμισμένων ροών. Η νέα δραστηριοποίηση της Frontex, παραδείγματος χάριν, είναι μια σαφής ένδειξη σε αυτή την κατεύθυνση. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα έχει μια μικρή γεωπολιτική ευκαιρία. Παράλληλα με τα «ασφαλή σύνορα» θα πρέπει να πρωταγωνιστήσει σε μια επιχείρηση σωτηρίας των «ευπαθών ομάδων» προσφύγων και μεταναστών, για να καταδείξει ότι πρέπει να υιοθετηθεί μια νέα πολιτική «ευρωπαϊκού ασύλου», που δεν μπορεί πλέον να εξαρτάται από την νεκρή συνθήκη του Δουβλίνου και από το ευκαιριακό παζάρι με την Τουρκία. Θα ήταν ίσως η πρώτη πράξη μιας κοινής μεταναστευτικής πολιτικής, που θα έθετε την Ελλάδα στο προσκήνιο της νέας εποχής. Εκτός αν συνηθίσουμε να ακούμε εμβατήρια και, έτσι, να κλειστούμε «ανεπαισθήτως» στα δικά μας τείχη.

[1] https://www.kathimerini.gr/1068129/gallery/epikairothta/ellada/mytilhnh-stis-floges-egkatastaseis-mko-vinteo
[2] https://www.kathimerini.gr/1068182/article/epikairothta/politikh/diegrafh-melos-ths-nd-poy-sxoliase-eirwnika-ton-emprhsmo-domhs-filo3enias–sth-lesvo
[3] https://www.kathimerini.gr/1058854/opinion/epikairothta/politikh/as-alla3oyme-afhghma-gia-to-dhmografiko
* * *
* Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών
* * *
Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα
Το ότι έχει πολλά κοινά η πίστη στον μαρξισμό-λενινισμό με την πίστη στον χριστιανισμό το ξέραμε: ο τελεολογικός χαρακτήρας, η λύτρωση στο απώτερο μέλλον όπου όλα θα είναι υπέροχα (στον παράδεισο ή στην αταξική κοινωνία), η χαρά της θυσίας και του μαρτυρίου ως τότε κ.λπ.
Άλλο ένα κοινό —λεπτομέρεια, αλλά φοβερά χαρακτηριστική— είναι ο τρόπος με τον οποίον οι θεωρητικοί των δύο συστημάτων «τεκμηριώνουν» την όποια άποψη ή θέση τους με αναφορές στις «γραφές»: για τους μεν χριστιανούς είναι πολύ σημαντικό να παραπέμπουν στα Ευαγγέλια και τους μαθητές του Χριστού, πρωτίστως, και δευτερευόντως στους Πατέρες, για τους δε κομμουνιστές προέχει το τσιτάτο στον Λένιν (όχι στον Μαρξ). Είναι ας πούμε χαρακτηριστικό ότι ο Χρουστσόφ, στην περίφημη «μυστική ομιλία» του στο 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956, με την οποία καταδίκασε την προσωπολατρεία και ουσιαστικά αποκαθήλωσε τον Στάλιν (ομιλία που προκάλεσε έως και καρδιακές προσβολές μεταξύ των συνέδρων που την παρακολούθησαν) παραπέμπει, ιδίως στην αρχή της ομιλίας, μερικές δεκάδες φορές σε βιβλία, άρθρα και ομιλίες του Λένιν. Ενώ λοιπόν ο λενινισμός πηγάζει από (και συνεχίζει τον) μαρξισμό, ο οποίος είναι κατεξοχήν τέκνο του Διαφωτισμού, εν προκειμένω καταφεύγει στην απολύτως αντι-λογική (προ-νεωτερική) τεχνική του χριστιανισμού να «τεκμηριώνει» τον εαυτό του διά του εαυτού του: είναι έτσι διότι το είπε ο Κύριος, στον οποίον εμείς πιστεύουμε διότι είναι Θεός, και είναι Θεός διότι μας το είπε ο ίδιος (και ο γιος Του).

—της Μαρίας Τοπάλη—
Συνέβη όπως και με τη Δέλτα, που υπήρξε φορέας ανατρεπτικών για την εποχή της αντιλήψεων αλλά, μέσω του πατριωτισμού, αφομοιώθηκε παραμορφωτικά από τους «κυρίαρχους μηχανισμούς». Έτσι και η Ζέη, ξεκίνησε ως καρπός κομμουνιστικός, οιονεί απαγορευμένος, για να γίνει γρήγορα, με το Καπλάνι και τον Πέτρο, τυπικό μεταπολιτευτικό φετίχ, μπεστ-σέλερ με εκατοντάδες εκδόσεις και μεταφράσεις σε πλήθος γλωσσών. Η τρομερή κυρία με τα τοξωτά φρύδια δοκίμασε, από το ’60 μέχρι σήμερα, πολλές συνταγές με επιτυχία, εμβαθύνοντας ανήσυχα, τολμηρά στο θέμα της. Η «ενσωμάτωση» βέβαια των κλασικών έργων έχει διπλή όψη: εν μέρει ο ριζοσπαστισμός τους κατευνάζεται, εν μέρει έχει ήδη συμβάλει από την πλευρά του στην αλλαγή των συνειδήσεων, οδηγώντας τον πολιτισμό ένα βήμα παραπέρα. Με κάτι τέτοια κριτήρια δεν (θα έπρεπε να) απονέμονται, άλλωστε, και τα μεγάλα διεθνή βραβεία;
Όπως κάθε κλασικός, η Ζέη υπερβαίνει την κατηγοριοποίηση «παιδικό-νεανικό». Είναι απλώς ο μεγαλύτερος έλληνας συγγραφέας της Μεταπολίτευσης (οι άλλοι θα ήταν οι Χάκκας και Βακαλόπουλος, αν τους είχε δοθεί περισσότερος χρόνος). Η Ζέη (1925) μοιράζεται με τη Δέλτα, της οποίας είναι καθαρόαιμη επίγονος, την ιστορικότητα. Τα μεγάλα γεγονότα δεν συνιστούν απλώς καμβά του έργου της αλλά καθορίζουν και δίνουν νόημα στις ζωές των πρωταγωνιστών. Μοιράζεται την αγάπη «για την πατρίδα», το ρομαντικό πάθος, τη ζωή ως απόλυτο δόσιμο. Ανάλογη είναι και η επιρροή της Λάγκερλεφ, την οποία η Ζέη επίσης διάβασε και αγάπησε. Με τη Δέλτα μοιράζεται μιαν ακόμη ιδιαίτερη ποιότητα, που χαρακτηρίζει πολλούς κλασικούς συγγραφείς «για παιδιά»: χιούμορ, καθόλου σοβαροφάνεια, ούτε στις τραγικότερες εξάρσεις, καθόλου διδακτισμός, διατήρηση της οπτικής του παιδιού δίχως αραχνιασμένο «σεβασμό» και «γνώση»: απροσποίητα, ανεπιτήδευτα.
Παιδί μιας άλλης εποχής, κάνει το δύσκολο βήμα για τη δική της, αυτόνομη εγγραφή (κι ας φαίνεται εκ των υστέρων αυτονόητο). Όταν, το 1987, δημοσιεύεται η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, θέτοντας απερίφραστα ζητήματα «κομματικής ετερότητας» και «γυναικείας ταυτότητας», το τείχος του Βερολίνου μοιάζει ακλόνητο. Τα πλήθη στην Ελλάδα εξακολουθούν διψασμένα και ανήλικα να αποζητούν τον ηγέτη. Κι όμως: οι δυνατοί άντρες, οι άκαμπτοι πειθαρχημένοι καθοδηγητές γίνονται σκόνη στο βιβλίο της, μια σκόνη που την «τρώνε» κατάμουτρα κι οι ήρωες της Δέλτα. Στις αντιφατικές τους αποχρώσεις ανατέλλουν τώρα οι πολύχρωμοι κι ευαίσθητοι, με μόνη χαμηλότονη αποσκευή, στον ιστορικό κατακλυσμό που τους σαρώνει, τις ιδιορρυθμίες και τα πάθη τους.
Ότι η Ζέη είναι storyteller αειθαλής τεκμαίρεται ακλόνητα στο ύστερο έργο της. Το Η Κωνσταντίνα και οι Αράχνες της (2002) στήνει στον τοίχο τη γενιά της Αντίστασης και του Εμφυλίου, υπέρ μιας χαμένης έφηβης που φτιάχνεται με χαπάκια, δεν αντέχει την κουβέρτα που τσιμπάει και απαιτεί παγωμένο το γάλα στα δημητριακά της. Σ’ αυτή την απελπισμένη Κωνσταντίνα η Ζέη δεν αντιτάσσει καμιά διδακτική επινόηση γονεϊκής φιγούρας αλλά κάτι που το γνωρίζει από πρώτο χέρι: μιαν αντιπαθή, αυταρχική γιαγιά, ηρωίδα αντάρτισσα, φιλοσοβιετική, ανίκανη να ακούσει, να δεχτεί, να κατανοήσει. Έτοιμη να σώσει τον πλανήτη αλλά ακατάδεχτη όταν είναι να αναλάβει την ευθύνη της εγγονής που λαχταρά στοργή και φροντίδα. «Και για όσους δυσκολεύονται να το καταλάβουν», μοιάζει να λέει η μεγάλη κυρία της σύγχρονης πεζογραφίας μας, «τα παιδιά έχουνε πάντα δίκιο».
Όπως πολλοί μεγάλοι συγγραφείς έτσι και η Ζέη γράφει διαρκώς το ίδιο έργο. Όλα μαζί τα βιβλία της συνθέτουν το έπος της Αντίστασης και του Εμφυλίου, με τις δάφνες και με τα άπλυτά του, εξίσου. Τα παιδιά, με τον αφελή και απροκατάληπτο τρόπο τους, είναι οι ανατρεπτικοί φακοί της, ξεκινώντας από τις μέρες του ’30 και φτάνοντας, σχεδόν, στο 2010. Στα πρώτα χρόνια της συγγραφής της σκαλίζει και βυθομετρά, μ’ έναν ιδιαίτερο νεορεαλισμό, τα χρόνια από τη δικτατορία του Μεταξά μέχρι και την απριλιανή επταετία, συμπεριλαμβάνοντας αθηναϊκή εαμική αντίσταση και πολιτική προσφυγιά στην ΕΣΣΔ. Στα τελευταία, ανοίγει με παραμυθένια άνεση την αφήγησή της από το γραφικό Μαρούσι του ’30 μέχρι το Χολαργό και το Παγκράτι του σήμερα· από το μεταξωτό εξπρεσιονιστικό αερόστατο της Μωβ Ομπρέλας στο μεταμοντέρνο φορητό ηλεκτρονικό παιχνίδι.
Με τον Βακαλόπουλο μοιράζεται επίσης κάμποσα η Ζέη: τη γερή κινηματογραφική παιδεία (ας μην ξεχνάμε ότι σπούδασε σεναριογραφία στη Μόσχα του ’50!), έκδηλη στη γρήγορη, εναλλασσόμενη οπτικοακουστική αφήγηση∙ την γλυκόπικρη μυθοποίηση του αστικού αθηναϊκού τοπίου και τη σύνδεσή του με μια νεανική εμπειρία μέθης, σε τόνους διακριτικούς — αφού πια το γνωρίζουμε ότι οι βάρβαροι και πάλι θα διαβούνε: θα γεράσουμε, μ’ άλλα λόγια. Κουράγιο μιας ανθεκτικής παιδικής ματιάς είναι οι Θερμοπύλες της.
Δεν παραιτούμαστε στη θλίψη. Όσο υπάρχουν πιτσιρίκια, παιδιά κι εγγόνια, φυσικά και υιοθετημένα, περιστασιακά και μόνιμα, αρσενικά και θηλυκά, ενήλικα και ανήλικα, θα υπάρχει πάντα ζήτηση για μια καλή ιστορία απ’ τα παλιά. Ιστορία όχι απαραίτητα πειστική («Ψεύτη Παππού!»), δίνει το σύνθημα να ξεκινά η αρχαία τελετουργία ανακωχής ανάμεσα στο παλιό και στο νέο. Ο εμπόλεμος χρόνος αυλακώνει για να κυλήσει, σταγόνα ή ρυάκι, η ελπίδα. Η αφήγηση της Ζέη, που βγήκε στο βουνό ρίχνοντας κούκλες κουκλοθέατρου σ’ ένα σακούλι και για μεγάλο μέρος της ζωής της ανεβοκατέβαινε σ’ αεροπλάνα, τρένα και βαπόρια, είναι η φρέσκια, ολοζώντανη ελπίδα της μητρικής μας γλώσσας.
[ Πρώτη δημοσίευση το 2011, στο ένθετο για το βιβλίο της Καθημερινής ]
* * *
—Ιβάν Γκολ—
Μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς
Το κόκκινο πιπέρι μπήγει κραυγές
δεν κρατάει πια κρυφή τη λαχτάρα του
Ο θάμνος της βανίλιας
είναι ένα σύννεφο ηδονής
Μια θύελλα κανέλας πλημμυρίζει τον κόσμο
Το δέντρο της βροχής
mου ‘σταξε το πρώτο του δάκρυ
Ιβάν Γκολ, Μαλαισιακά τραγούδια, μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς, εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 2002
* * *