Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020

Οικογενειακό δείπνο

—της Εύης Τσακνιά—

Μιλώντας για τα παιδικά του χρόνια σε μια τηλεοπτική συνέντευξη του 1979, την οποία ανέβασε προχθές ο Independent, ο Κερκ Ντάγκλας αντιπαρέρχεται γρήγορα τις μελό ερωτήσεις περί των φτωχικών παιδικών του χρόνων, γιατί δεν θεωρεί τη φτώχεια κατόρθωμα. «Εβραίοι μετανάστες από τη Ρωσία ήμασταν», λέει, «τι περιμένατε; Εξάλλου δεν ήμασταν μόνο εμείς πάμφτωχοι, είναι πάρα πολλοί σε όλον τον κόσμο» — και με την ευκαιρία τα χώνει στους πολιτικούς, λέγοντας πως θα έπρεπε να είναι το πρώτο τους μέλημα η εξάλειψη της ακραίας φτώχειας. Επιλέγει λοιπόν μια ανάμνηση από την εκείνη την εποχή, που δίνει ακριβώς το στίγμα της θαρραλέας και εκρηκτικής προσωπικότητάς του και σίγουρα του χιούμορ του, με τον ανάλαφρο και κινηματογραφικό τρόπο που την διηγείται.

Ο Κερκ με τον πατέρα του, με τη μητέρα του και με τις αδερφές του

Η σκηνή έχει ως εξής: όλη η οικογένεια Ντανιέλοβιτς βρίσκεται συγκεντρωμένη γύρω από το τραπέζι πίνοντας τσάι. Ο ίδιος,10 χρόνων τότε, οι έξι αδερφές του,η μητέρα τους και ο «χωριάτης και αγριωπός» πατέρας τους, όπως τον περιγράφει στη συνέντευξη, σε μια από τις σπάνιες φορές που καθόταν μαζί τους, πίνει το τσάι του σε γυάλινο ποτηράκι, όπως το πίνουν οι Ρώσοι, ενώ ταυτοχρόνως δαγκώνει και ένα κύβο ζάχαρης.

Βρίσκεται ως συνήθως σε κακή διάθεση και όλοι παραμένουν σιωπηλοί, τρέμοντας μια πιθανή έκρηξή του.

Λες και αυτή η σκηνή συμπύκνωνε όλη την πατρική καταπίεση, λες και ήταν αυτό το εκκωφαντικό κρακ της ζάχαρης καθώς θρυμματιζόταν από τα δόντια του πατέρα, που πυροδότησε την αντίδραση του μικρού Κερκ να πάρει ένα κουταλάκι, να το γεμίσει με καυτό τσάι και τσακ, σαν να έριχνε με σφεντόνα, να σημαδέψει και να εκσφενδονίσει το υγρό πυρ στη μούρη του έκπληκτου πατέρα.

Και ήταν τόσο συνεπαρμένος από την τόλμη του, που δεν τον ένοιαξε καθόλου που το επόμενο δευτερόλεπτο ο πατέρας του τον άρπαξε,τον στροβίλισε στον αέρα και τον πέταξε στον τοίχο.

Αν και αφηγείται το περιστατικό γελώντας, έχει πλήρη επίγνωση ότι δεν ήταν καθόλου πλάκα,αλλά ρισκάριζε σοβαρά τη ζωή του με την του πράξη αυτή,η οποία τον έκανε φυσικά να αισθανθεί πολύ γενναίος και περήφανος για τον εαυτό του, χωρίς να έχει αλλάξει γνώμη έκτοτε.

Εκείνη την κομβική ημέρα, ο μικρός Ισούρ Ντανιέλοβιτς έγινε ο Κερκ Ντάγκλας. Δεν ήταν πια «ο γιος του ρακοσυλλέκτη», όπως τον φώναζαν στη γειτονιά. Ήταν ήδη ο Κερκ Ντάγκλας που θα κατακτούσε σε λίγα χρόνια με την τέχνη του την συντηρητική και ξενοφοβική Αμερική και που η φήμη του θα έφτανε ως την άκρη του κόσμου.

Ακούγοντας αυτήν τη συνέντευξη του Κερκ Ντάγκλας, δεν μπόρεσα να μην θυμηθώ μια άλλη σχετική περίπτωση στην άλλη άκρη του κόσμου,στη Ρωσία, γύρω στα τέλη 19ου αιώνα.
Ο Αντόν Τσέχοφ, επιπλήττοντας τον μεγαλύτερο αδερφό του Αλεξάντερ για την άσχημη συμπεριφορά του προς τη γυναίκα του και τα παιδιά του, του θύμισε την τυραννική συμπεριφορά του πατέρα τους προς τη μητέρα τους.

Οικογένεια Τσέχοφ

«Να σου υπενθυμίσω», του είπε, «πως απ’τη μια ο δεσποτισμός του πατέρα μας και από την άλλη τα ψέμματά του κατέστρεψαν τα νιάτα της μάνας μας και βανδάλισαν την παιδική μας ηλικία, σε σημείο που, και σήμερα ακόμα, μόνο που τα σκέφτομαι αρρωσταίνω. Θυμήσου τον τρόμο και την αηδία που νοιώθαμε γι’αυτόν όταν ξέσπαγε σ’εκείνες τις φοβερές κρίσης οργής στο τραπέζι την ώρα του δείπνου,για ασήμαντες αφορμές. Όπως ,ας πούμε,γιατί είχε πολύ αλάτι η σούπα. Που πέταγε κάτω το πιάτο και φώναζε τη μάνα μας ηλίθια.

Βέβαια,ο ευγενής και λεπτεπίλεπτος Τσέχοφ δεν ήταν ο Κερκ. Φυσικά δεν έχουν κανένα νόημα αυτές οι συγκρίσεις, αλλά να, δεν μπορώ να μην φαντάζομαι την σκηνή, που θα μπορούσε να είναι σκηνοθετημένη απ’τον Μπέργκμαν, όπου ο μικρός Αντόν, σηκώνεται αργά από το τραπέζι κρατώντας το πιάτο του, πλησιάζει ήρεμος τον οργισμένο πατέρα και τον περιλούζει με την καυτή σούπα.

Ας μείνουν όμως αυτά τα δυό περιστατικά στη θέση τους στην ιστορία, εκεί που είναι και όπως ακριβώς είναι. Για τα αμέτρητα πιθανά διαφορετικά σενάρια, υπάρχει ευτυχώς η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος, που φρόντισαν να εμπλουτίσουν μοναδικά οι μάρτυρες και πρωταγωνιστές αυτών των οικογενειακών δείπνων.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις στην κατηγορία Σινεμά

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο twitter
instagram-logo
img_logo_bluebg_2x


from dimart https://ift.tt/2SchR9b
via IFTTT

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2020

Το ποίημα της εβδομάδας 6/2

Σονέτο 5
—Κωνσταντίνος Θεοτόκης—

Το σπάνιο μπλάβο ρόδο που μπροστά σου
Στην ερμιά, μες στ’ αγκάθια του κλεισμένο
Το είδες, φαινότουν να σου λέει: «Προσμένω
Τ’ άσπρο σου χέρι να με κόψει. Στάσου!»
Το τήραξες, κυρά, κι ολόγυρά σου
Τ’ άχραντο βλέμμα ρίχνεις το βλοημένο
Κι όλο τον κάμπο βλέπεις ανθισμένο
—Γεννά λουλούδια η γη για τη χαρά σου—
Και παίρνεις από τούτα και τ’ αφήνεις,
Γιατί φοβάσαι μήπως σ’ αγκυλώσει
Μονάχα ακόμη μια ματιά του δίνεις
—Πόνος αψύς μπορεί να σε λιγώσει—
Πέρα στο λόγγο η ροδαριά εξεράθη:
Καημένο μπλάβο ρόδο που εμαράθη!

* * *

Άλλα ποιήματα, άλλων εβδομάδων

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/2unSS9Y
via IFTTT

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2020

Αόρατοι φόβοι

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Ο Hao Jin δούλευε σε ένα επαρχιακό κινέζικο εργοστάσιο που παρασκεύαζε ιατρικές «μάσκες προσώπου». Όταν παραιτήθηκε τον προηγούμενο χρόνο από τη δουλειά, και επειδή η εταιρεία δεν μπορούσε να καταβάλει όλο το ποσό της πληρωμής του, ο Hao Jin έλαβε ως συμπληρωματική «αποζημίωση» 15.000 μάσκες. Πήρε τις μάσκες σπίτι του και τις παράτησε εκεί μέχρι που ξέσπασε η επιδημία του κορωνοϊού[1] στην περιοχή της Ουχάν. Όταν άκουσε πως υπάρχει έλλειψη στο είδος, κράτησε μερικές μάσκες για την οικογένεια και για τους συγχωριανούς του,  ενώ τις υπόλοιπες τις χάρισε στους κατοίκους της περιοχής.[2] Είναι ένα δείγμα ανθρωπιάς, που μέσα στην απομονωμένη Ουχάν πήρε άλλες διαστάσεις, καθώς τα σχετικά αποθέματα έχουν ήδη εξαντληθεί. Η ιατρική «μάσκα προσώπου», αυτό το σύμβολό της ιδιωτικής υγιεινής και της ατομικής προνοητικότητας, έχει αρχίσει να γίνεται το πιο περιζήτητο κομμάτι ύφασμα σε πολλές περιοχές της Κίνας ∙ και όχι μόνο. Στις μεγάλες πρωτεύουσες της Δύσης και της Ανατολής, η εικόνα του πλήθους που φοράει ιατρικές «μάσκες προσώπου» στην καθημερινή του μετακίνηση, είναι πλέον ολοένα και πιο συχνή. Η εικόνα είναι επίσης ενδεικτική και για τις ψυχολογικές αντιδράσεις απέναντι στην απειλή της νέας νόσου. Ήδη στο Διαδίκτυο, οι επιστημονικές και οι ψευδο-επιστημονικές ιατρικές συμβουλές για τις ιατρικές μάσκες εναλλάσσονται αντιφατικά,[3] ενισχύοντας την αβεβαιότητα των πολιτών, που καλύπτουν προσωρινά τα πρόσωπά τους αλλά όχι και τους αόρατους φόβους τους.

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, οι ιοί, όπως πρόσφατα παρατηρούσε ο Παντελής Μπουκάλας, μετατρέπουν τα σύγχρονα ΜΜΕ σε «ξενιστές»[4] για την επικράτηση του γενικευμένου άγχους και του κοινωνικού φόβου. Συνειδητοποιώντας ότι βρίσκονται διαρκώς εκτεθειμένοι σε μια μάζα «άγνωστων», μη αναγνωρίσιμων και ίσως απεριόριστων φορέων του ιού, χιλιάδες συμπολίτες μας συσπειρώνονται γύρω από ποικίλες διαδικτυακές κοινότητες, για να διαχειριστούν τη σχέση ανάμεσα στην ατομική αίσθηση και την κοινωνική διαχείριση του φόβου.[5] Ο φόβος, ιδιαίτερα εκείνος ο οποίος αφορά τους ιούς (και άρα το ενδεχόμενο μαζικών θανάτων), είναι μια συναισθηματική διεργασία που εγκαθιδρύει νέες πολιτισμικές ιεραρχίες και στερεότυπα, ευνοεί τον κοινωνικό αποκλεισμό και στιγματισμό, ενισχύει την ανορθολογική κινδυνολογία και τις «θεωρίες συνωμοσίας», ενώ παράλληλα παράγει νέους αφηγηματικούς τρόπους και εξιστορήσεις γύρω από την υποκειμενική και συλλογική εμπειρία της απειλητικής νόσου. Στον καιρό του Διαδικτύου, η «γλώσσα του άγχους» αποκτά τα νέα δικά της χαρακτηριστικά, ακριβώς επειδή ο ιός είναι καινούργιος και αόρατος.

Καθώς έμπαινε ο 21ος αιώνας, στο έξοχο βιβλίο της, η Σούζαν Σόνταγκ έθετε το καίριο ερώτημα αν η συνεχής οπτική αναπαράσταση και παρατήρηση του πόνου των Άλλων[6] μάς αφυπνίζει και μάς κινητοποιεί ή αν τελικά μάς οδηγεί τελικά σε μια συμπονετική αλλά μάλλον κοινότοπη αποστασιοποίηση και αδιαφορία. Το ερώτημα είναι ξανά επίκαιρο. Πράγματι, το Διαδίκτυο «έσπασε» την καραντίνα της απομονωμένης Ουχάν με ενθαρρυντικά μηνύματα υποστήριξης:  «Wuhan, jiayou» (Κράτα γερά, Ουχάν!) Ωστόσο, παράλληλα με την εμφάνιση του κορωνοϊού, μια νέα επιδημία σαρώνει τα νέα κοινωνικά δίκτυα: η εκμετάλλευση του ιού για διαφημιστικούς λόγους, η παραγωγή fake news για τη δημόσια υγεία, τα ρατσιστικά και αντι-μεταναστευτικά σχόλια για συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού. Για άλλη μια φορά, οι φήμες και ο πανικός έχουν δημιουργήσει τη δική τους «ιο-πολιτική» (viral politics) που εξαπλώνεται στο Facebook, στο Twitter και στο Instagram πιο γρήγορα και από την ίδια τη νόσο. Η διάνοιξη πολλών και μικρών κυβερνοχώρων «επιβιωτισμού», ο ιομορφικός διαμοιρασμός της πληροφορίας (virality)[7] αλλά και το παρασιτικό συμπλήρωμά της αυτό-προβολής και του life-style,[8] διαμορφώνουν μια νέα σχέση ανάμεσα στον ιό της νόσου και στον ιό της πληροφορίας. Από τον Hao Jin έως τον influencer Fitness Oskar,[9] που φιλάει την κοπέλα του φορώντας μια ιατρική «μάσκα προσώπου», η απόσταση είναι μικρή και ταυτόχρονα μεγάλη. Δεν πρόκειται βέβαια για την απόσταση που χωρίζει την Ανατολή από τη Δύση αλλά για την απόσταση που χωρίζει την αλληλεγγύη από τον κυνισμό, την ώρα που η απρόβλεπτη θνησιμότητα των Άλλων συνδέεται με την κοινή μας θνητότητα.

[1] Για την ορθογραφική αποτύπωση του ιού στην καθομιλουμένη βλ.  https://www.iefimerida.gr/ellada/koronaios-i-koronoios-i-mipos-telika-koronoios

[2] https://www.bbc.com/news/world-asia-china-51276496

[3] https://www.wsj.com/articles/chinese-authorities-promote-face-masks-but-some-experts-question-them-11580422149

[4] https://www.kathimerini.gr/1062454/opinion/epikairothta/politikh/h-die8nhs-twn-iwn

[5] Βλ. σχετικά, Joanna Bourke, Φόβος. Στιγμιότυπα από τον πολιτισμό του 19ου και του 20ού αιώνα, μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, Σαββάλας, Αθήνα, 2011, ιδίως σ. 489-493.

[6] Susan Sontang, Παρατηρώντας τον πόνο των Άλλων, μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας, Scripta, Αθήνα, 2003.

[7] Για τους όρους βλ. σχετικά το άρθρο του Μήτσου Μπιλάλη, «Ιο-πολιτική και ιστορική κουλτούρα», διαθέσιμο στο : http://www.chronosmag.eu/index.php/plls-pl-s-l.html

[8] https://www.lifo.gr/now/media/268508/koronaios-katakraygi-gia-toys-influencers-toy-instagram-poy-xrisimopoioyn-ton-io-gia-tin-provoli-toys

[9] https://www.dailymail.co.uk/news/article-7949457/Instagram-influencers-hijack-coronavirus-hashtag-increase-followers.html

* * *

* Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 



from dimart https://ift.tt/2uZvpvG
via IFTTT

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020

Το ποίημα της εβδομάδας 29/1

Η «Κλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κι η «Θεοδώρα»

—Αλέξανδρος Μπάρας—

Ένα κάθε βδομάδα,
στην ορισμένη μέρα,
πάντα στην ίδιαν ώρα,
τρία βαπόρια ωραία,
η «Kλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κι η «Θεοδώρα»,
ανοίγουνται απ’ την προκυμαία
στις εννέα,
πάντα για τον Περαία,
το Μπρίντιζι και το Τριέστι,
πάντα.

Xωρίς μανούβρες κ’ ελιγμούς
και δισταγμούς
κι’ ανώφελα σφυρίγματα,
στρέφουνε στ’ ανοιχτά την πρώρα,
η «Κλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κι η «Θεοδώρα»,
σαν κάποιοι καλοαναθρεμμένοι
που φεύγουν από ένα σαλόνι
χωρίς ανούσιες χειραψίες
και περιττές.

Ανοίγουνται απ’ την προκυμαία
στις εννέα,
πάντα για τον Περαία,
το Μπρίντιζι και το Τριέστι,
πάντα –και με το κρύο και με τη ζέστη.

Πάνε
να μουντζουρώσουν τα γαλάζια
του Αιγαίου και της Μεσογείου
με τους καπνούς των.
Πάνε για να σκορπίσουνε τοπάζια
τα φώτα τους μέσ’ στα νερά
τη νύχτα.
Πάνε
πάντα μ’ ανθρώπους και μπαγκάζια…

H «Κλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κι η «Θεοδώρα»,
χρόνια τώρα,
κάνουν τον ίδιο δρόμο,
φτάνουν την ίδια μέρα,
φεύγουν στην ίδιαν ώρα.

Μοιάζουν υπάλληλοι γραφείων
που γίνανε χρονόμετρα,
που η πόρτα της δουλειάς,
αν δεν τους δει μια μέρα να περάσουν
από κάτω της,
μπορεί να πέσει.

(Όταν ο δρόμος είναι πάντα ίδιος
τι τάχα αν είναι σε μια ολόκληρη Μεσόγειο
ή απ’ το σπίτι σ’ άλλη συνοικία;)
H «Κλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κι η «Θεοδώρα»
είναι καιρός και χρόνια πάνε τώρα
του βαρεμού που ενοιώσαν την τυράννια,
να περπατούν πάντα στον ίδιο δρόμο,
να δένουνε πάντα στα ίδια λιμάνια.

Aν ήμουν εγώ πλοίαρχος,
ναι –si j’étais roi!–
αν ήμουν εγώ πλοίαρχος
στην «Κλεοπάτρα», τη «Σεμίραμη», τη «Θεοδώρα»,
αν ήμουν εγώ πλοίαρχος
με τέσσερα χρυσά γαλόνια
κι αν μ’ άφηναν στην ίδια αυτή γραμμή
τόσα χρόνια,
μια νύχτα σεληνόφεγγη,
στη μέση του πελάγου,
θ’ ανέβαινα στο τέταρτο κατάστρωμα
κι ενώ θ’ ακούγουνταν η μουσική
που θα ‘παιζε στης πρώτης θέσης τα σαλόνια,
με τη μεγάλη μου στολή,
με τα χρυσά μου τα γαλόνια
και τα χρυσά μου τα παράσημα,
θα ‘γραφα μιαν αρμονικότατη καμπύλη
από το τέταρτο κατάστρωμα
μέσ’ στα νερά,
έτσι με τα χρυσά μου,
σαν αστήρ διάττων
σαν ήρως ανεξήγητων θανάτων.

* * *

Άλλα ποιήματα, άλλων εβδομάδων

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/36BrfqM
via IFTTT

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020

Όταν ο Γκάτσμπυ γνώρισε τη Στικούδη

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Στο πρώτο Gala του «Μy style Rocks», το γνωστό reality show μόδας μπήκε στη μηχανή του χρόνου και βρέθηκε στη δεκαετία του 1920, «την εποχή της τζαζ, της τέχνης και της υπερβολής». Το ενδιαφέρον ωστόσο δεν ήταν απλώς η προσομοίωση με τη μακρινή δεκαετία αλλά το γεγονός ότι οι διαγωνιζόμενες ντύθηκαν με ενδυμασίες εμπνευσμένες από το μυθιστόρημα The Great Gatsby του Francis Scott Fitzgerald: κοντό μαλλί, κολιέ, λαμπερά φορέματα. Οι εμφανίσεις κέντρισαν το ενδιαφέρον του κοινού και της επιτροπής, αντισταθμίζοντας την αποχώρηση της Βασιλικής Σουλάνη με ένα «άρωμα εποχής», που έβγαινε από το μυθιστόρημα.

Το μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ κυκλοφόρησε τον Απρίλη του 1925 και περιέγραφε ρεαλιστικά την «υψηλή κοινωνία» της εποχής, και, πιο συγκεκριμένα, το «αμερικάνικο όνειρο». Στις σελίδες του, σελίδες γεμάτες με πάρτι, με κοκτέιλ, με ακριβά ρούχα, με εντυπωσιακά αμάξια και με επιβλητικά σπίτια, περιγράφεται η τρελή κούρσα της κοινωνικής ανόδου, της φήμης και  του χρήματος. Ακόμα και ο έρωτας του Γκάτσμπυ με τη «χρυσή» Νταίζη δεν είναι μόνο ανεκπλήρωτος αλλά και εξοντωτικά προσημειωμένος από τα αντιφατικά κίνητρά της: «Μερικές φορές κοιτούσε τα υπάρχοντά του σαστισμένος, λες και με την υπαρκτή, ανέλπιστη παρουσία της, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ήταν πλέον αληθινό». Η σκηνή που η Νταίζη κλαίει πάνω στην «τσάκιση» από τα πεταμένα πουκάμισα του Γκάτσμπυ είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες σκηνές του βιβλίου∙ και όχι μόνο από τη σκοπιά της ψυχανάλυσης. Η πορεία των ηρώων είναι αποκαλυπτική. Η φιλοδοξία τους να μοιάσουν με εκείνους που ζουν τη «μεγάλη ζωή», τους οδηγεί σε μια παράξενη, ανιαρή και «πραγμοποιημένη» μίμηση, που αρχικά τους διαφθείρει και μετά τους καταστρέφει. Ανάμεσα τους, ο απόμακρος, ερωτικά εγκλωβισμένος και μελαγχολικός Γκάτσμπυ, καταλαβαίνει πως ο κόσμος γύρω του γίνεται ολοένα και πιο ξένος. Στην κηδεία του δεν θα παραστεί κανείς από αυτούς που σύχναζαν στα σαλόνια του και στα γραφεία του.

Κατά κάποιο τρόπο, το μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ εξέφραζε την απομυθοποίηση του «αμερικάνικου ονείρου» και σίγουρα αποτελούσε ένα κριτικό σχόλιο γύρω από τις ανερχόμενες και νεόπλουτες “brand communities”. Στην εποχή του, το μυθιστόρημα ήταν εμπορικά μια αποτυχία. Η αξία του ανακαλύφθηκε πολύ αργότερα, τη δεκαετία του ’50, και αφού πάντως είχε ενταχθεί στην ύλη των αμερικάνικων σχολικών εγχειριδίων. Έκτοτε, θεωρείται «κλασικό», όχι μόνο επειδή διατηρεί την τεκμηριωτική όψη του για την κοινωνική ιστορία της Αμερικής πριν το «κραχ» αλλά κυρίως επειδή διασώζει μια ενδιαφέρουσα εκδοχή του αμερικανικού ιδεαλισμού πάνω στη «δομή των συναισθημάτων» (το χρήμα δεν αγοράζει την αγάπη). Εξάλλου, η συστηματική αναφορά του στον κίνδυνο που διατρέχει η κοινωνική συνοχή από τους ψευδεπίγραφους «διάσημους ανθρώπους» (“celebrate people”) γινόταν ολοένα και πιο επίκαιρη στο μεταπολεμικό κόσμο και στον καιρό της τεχνολογικής «έκρηξης» των ΜΜΕ. Τα περισσότερα reality shows ξεκίνησαν τη δεκαετία του ’50 και η συνταγή της επιτυχίας τους ήταν ακριβώς η κατασκευή των νέων “brand communities”.

Οι “brand communities”, αυτό το περίεργο είδος της σύγχρονης καταναλωτικής και μιντιακής κουλτούρας, είναι το κατεξοχήν είδος που βασίζεται στη μίμηση προτύπων. Προϋποθέτουν την ενεργή συμμετοχή και «διαδραστικότητα» του κοινού, το παιχνίδι «αγάπης-μίσους» μεταξύ των συμμετεχόντων αλλά και την κυκλοφορία ενός εξειδικευμένου μηνύματος, που συνοδεύεται συνήθως από τα αντίστοιχα παράλληλα εμπορικά προϊόντα. Κυρίως όμως προωθούν την αντίληψη ότι το κοινό μπορεί να γνωρίσει τους «διάσημους που παίζουν τους διάσημους», μέσα από μια αίσθηση οικειότητας, η οποία συμπεριλαμβάνει και τη δόξα και τον τιμωρητικό αποκλεισμό των παικτών από το show. Αντλώντας νομιμοποίηση από τη «δύναμη των αδύναμων» με όλα τα τεχνολογικά μέσα (σχόλια στην κοινωνική δικτύωση, ηλεκτρονικές ψηφοφορίες, παρωδίες, memes), οι “brand communities” κατασκευάζουν τη δική τους εικονική πραγματικότητα μέσα από τη λατρευτική συμπεριφορά των οπαδών τους. Ακριβώς επειδή οι διάσημοι πριν γίνουν διάσημοι ήταν «σαν εμάς».

Το αγόρι του διπλανού διαμερίσματος και, πιο συχνά, το κορίτσι της διπλανής πόρτας που στέκονται μπροστά στην «επιτροπή» μεταφέρουν ήδη τα χαρακτηριστικά μιας ομάδας, που νιώθει ότι θα ήθελε —ή θα άξιζε— να μπει σε αυτή τη ζώνη αναγνωρισμότητας. Οι «brand communities” συγκροτούνται μέσα από ένα αδιόρατο αλλά υπαρκτό “brand public”. Όλοι αυτοί οι «υπέροχοι Γκάτσμπυ» δεν έχουν άλλο στόχο παρά να γνωρίσουν τη Στικούδη από κοντά και να ακούσουν τα σχόλια της «επιτροπής» για το αν και κατά πόσο θα μπορούσαν να ζήσουν αυτή τη ζωή απολαύσεων γεμάτη από σέξι εμφανίσεις, χορό, διασκέδαση, λεφτά και επαγγελματικές ευκαιρίες. Σίγουρα πάντως ο ίδιος ο Γκάτσμπυ, αν μπορούσε να κάνει το αντίστροφο ταξίδι στο χρόνο, θα εντυπωσιαζόταν από τη γοητευτική Κατερίνα Στικούδη. Νομίζω μάλιστα ότι θα του θύμιζε τη μυθιστορηματική και αινιγματική Νταίζη, που παρέμενε διαρκώς μετέωρη ανάμεσα στο σκληρό κόσμο της πραγματικότητας και στην απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας.

* Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/2RhNFJy
via IFTTT

Το ποίημα της εβδομάδας 22/1

Δωρίχα

—Ποσείδιππος—
Μετάφραση: Βασίλης Ι. Λαζανάς

Δωρίχα, ὀστέα μὲν σὰ πάλαι κόνιν, ἕσσατο δʼ ἑσμὸς…

Δωρίχα τα οστά σου σκόνη θα ‘χουν γίνει τώρα,
και των μαλλιών οι ανάδεσμοι κι η μυρωμένη η εσθήτα,
που τύλιγες μ’ αυτή τον Χάραξο, ω, τότε που οι δυο σας
αδειάζατε έως την αυγή κισσόπλεχτα κροντήρια.
Μα οι σελίδες της Σαπφώς, που σε ανυμνούν, θα μείνουν
κι η Ναύκρατη, η πατρίδα σου, μακαριστή τη μνήμη
του ονόματός σου θα κρατεί όσο θα πλέει καράβι
από του Νείλου τα νερά προς τ’ ανοιχτά πελάγη.

* * *

Άλλα ποιήματα, άλλων εβδομάδων

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 



from dimart https://ift.tt/38srFkF
via IFTTT

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020

Το ποίημα της εβδομάδας 15/1

TRISTIA

—Όσιπ Μαντελστάμ—
Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος

 

Μια χορδή μέλι χρυσαφί έρεε από τη μποτίλια
τόσο πηχτή, τόσο αργή, που η οικοδέσποινα πρόλαβε να πει:
Στη θλιμμένη εδώ Ταυρίδα που μας έφερε η τύχη, μίλια
μακριά, διόλου δεν πλήττουμε — και γύρισε να μας δει.

Σπονδές στον Βάκχο παντού, λες και στον κόσμο μοναχά
οι φύλακες απομείνανε και τα σκυλιά, ψυχή δε βλογάει όπου να πας,
ήσυχα κυλάνε οι μέρες σα βαρέλια βαριά,
από τη μακρινή καλύβα φωνές — δε θα τους καταλάβεις, μην απαντάς.

Μετά το τσάι βγήκαμε στον κήπο, τεράστιο, καφετί,
γερμένες βλεφαρίδες στα παράθυρα στόρια σκοτεινά,
περνώντας τις λευκές κολόνες τ’ αμπέλια η ομήγυρη πάει να δει
όπου στον αέρινο καθρέφτη λούζονται τα νυσταγμένα βουνά.

Λέω: το σταφύλι μοιάζε με μάχη του αρχαίου καιρού,
σγουροί ιππείς χτυπιούνται κι οι φάλαγγες σγουρές,
στην πετρώδη Ταυρίδα η αρχαία της Ελλάδας σοφία — και ιδού
στρέμματα βραγιές χρυσίζουν ρίζες μαραμένες, αρχοντικές.

Και μέσα στο λευκό δωμάτιο σα ρόκα στέκει η σιωπή.
Ξύδι μυρίζει, μπογιά, νέο από το κατώι κρασί.
Το σπίτι το θυμάσαι το ελληνικό, εκείνη η γυναίκα, τόσο αγαπητή,
όχι η Ελένη, η άλλη, πόσα χρόνια με τη βελόνα και την κλωστή;

Χρυσόμαλλο δέρας, πού είσαι, χρυσόμαλλο δέρας;
Σ’ όλη τη διαδρομή κύματα βογκάγανε μόνο
κι αφήνοντας το καράβι, που τόσα κέρδισε όσα χάρισε στα πανιά ο αέρας,
εγύρισε ο Οδυσσέας γιομάτος χώρο και χρόνο.

1917

* * *

Άλλα ποιήματα, άλλων εβδομάδων

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/3age7uD
via IFTTT