Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020

Παλάτια στην άμμο

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Ο πρίγκιπας Χάρυ είχε προειδοποιήσει τη βασιλική οικογένεια ήδη από την περίοδο που υπηρετούσε τη θητεία του, για δέκα εβδομάδες, στο Αφγανιστάν. Εκεί, έλεγε, «δεν ήμουν πρίγκιπας, ήμουν μόνο ο Harry».[1] Λίγο αργότερα, ωστόσο, οι δεύτερες σκέψεις και η αγάπη προς τη γιαγιά του, τον έκαναν να σκεφτεί πως ο ρόλος του έχει και άλλες αποχρώσεις : «Ένιωσα ότι ήθελα να είμαι έξω από αυτό, αλλά στη συνέχεια αποφάσισα να μείνω μέσα και να δουλέψω έναν ρόλο για τον εαυτό μου». Ωστόσο, μετά το γάμο του με τη Μέγκαν, ο Χάρυ και η Μέγκαν παρουσίασαν το σχέδιό τους, προκαλώντας την έκπληξη και την οργή της γιαγιάς του, που αυτές τις μέρες συγκαλεί οικογενειακό (βασιλικό) συμβούλιο. Φαντάζομαι πως σε αυτό το συμβούλιο, ερωτήματα που θα τεθούν θα είναι περίπου αυτά. Τι είναι το Megxit; Ένας μικρός οικογενειακός εμφύλιος; Μια προκλητική αμφισβήτηση της γερασμένης μοναρχίας; Μια πρόσκαιρη εγκατάλειψη των τίτλων ευγενείας; Μια μιντιακή σκηνοθεσία του «αυτοδημιούργητου» ζευγαριού;  Μια ενοχλητική παρεμβολή της «μιγάδας» ανάμεσα στους γαλαζοαίματους; Έστω και αν είναι όλα αυτά μαζί, υπάρχει κάτι που υπερβαίνει τη φλύαρη ανεκδοτολογία γύρω από τη «φυγή» του πριγκιπικού ζεύγος από το Παλάτι. Και αυτό το «κάτι» δεν αφορά την «ελέω Θεού βασιλεία» αλλά τη σύγχρονη pop εικόνα της∙ τον τρόπο που η βασιλική οικογένεια «ζει το μύθο της» αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ενεργοποιεί άλλες «μυθολογίες» μέσα στη λαϊκή φαντασία.

Στις μυθολογίες αυτές είχε ήδη αναφερθεί ο Ρολάν Μπαρτ, ήδη από τη δεκαετία του 1950.[2]  Θυμίζω την παλιά ιστορία. Τον Αύγουστο του 1954, ο βασιλιάς Παύλος και η Φρειδερίκη οργάνωσαν μια κρουαζιέρα για τους γαλαζοαίματους με το ελληνικό πλοίο «Αγαμέμνων».[3] Ήταν μια κρουαζιέρα, στην οποία, όπως παρατηρεί ο Μπαρτ, οι μονάρχες «έπαιζαν τον ρόλο των κοινών θνητών», διασκεδάζοντας με την αντίφαση των δανεικών ρόλων τους. Οι βασιλιάδες και οι πρίγκιπες ξυπνούσαν σε εργάσιμες ώρες, ξυρίζονταν μόνοι τους, ντύνονταν με casual ρούχα και ζευγάρωναν σύμφωνα με το νόμο της «φυσικής επιλογής» και της ενδογαμικής αναπαραγωγής, που όριζε η γαλαζοαίματη ράτσα τους. Σε αυτή την παράξενη εθνογραφική κιβωτό του μοναρχικού «είδους», η μεταμφίεση των βασιλιάδων σε «συνηθισμένους ανθρώπους» έμοιαζε να αποτελεί μια αιφνίδια αλλά και γενναιόδωρη θυσία των προνομίων τους∙ μια θυσία, όμως, που απλώς επιβεβαίωνε την «παρά φύση» διακοπή του ρόλου τους.  Διαβασμένες αντίστροφα, όπως σωστά σημειώνει ο Μπαρτ, όλες αυτές οι εκδηλώσεις επικύρωναν και οριστικοποιούσαν τις διαφορές τους με τους «κοινούς θνητούς», την απόσταση τους με τους «συνηθισμένους ανθρώπους», την παθολογική διασκέδαση τους σε βάρος των «κοινών θνητών».

Μετά τη στέψη της Ελισάβετ, «η κρουαζιέρα των γαλαζοαίματων» ήταν ίσως η πιο δημοφιλής δημοσιογραφική είδηση για ένα αναγνωστικό κοινό, που εξακολουθούσε να πιστεύει ότι το φάντασμα της Μαρίας Αντουανέτας στοίχειωνε ακόμη τη μεταπολεμική Ευρώπη. Ίσως ακριβώς επειδή, όπως λέει, ο Μπαρτ, σε αυτή την παράξενη παράσταση της κρουαζιέρας, έσμιγαν «το θέμα του Βασιλιά-Θεού» και το «θέμα του Βασιλιά-Αντικειμένου». Το 1957 εκδόθηκε η κεφαλαιώδης μελέτη του Ernst Kantorowicz, Το διπλό σώμα του βασιλιά. [4] Η μελέτη αυτή, που έμελλε να επηρεάσει καταλυτικά τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, εξηγούσε το θεσμό της μοναρχίας ως μια «πολιτική θεολογία». Με οδηγό τη φράση «ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς», ο Καντόροβιτς, μελετώντας τον Μεσαίωνα, εξηγούσε πως ο βασιλιάς έχει ταυτόχρονα ένα «φυσικό» σώμα αλλά και ένα «πολιτικό» σώμα, το οποίο επιτρέπει τη συμβολική αναπαραγωγή της εξουσίας του και την κυριαρχία του θεσμού, ακόμη και ερήμην του πραγματικού προσώπου∙ ή μάλλον ακριβώς επειδή το πραγματικό πρόσωπο είναι ήδη εγκλωβισμένο μέσα στο συμβολικό του ρόλο. Αργότερα, στη δεκαετία του ΄70, ο Μισέλ Φουκώ ανέλυσε αυτή την παράδοξη βιο-εξουσία που δομείται πάνω στις αναπαραστάσεις ισχύος που παίρνει το «σώμα» του ηγεμόνα για την πειθάρχηση του «πληθυσμού».

Στη Γαλλία του ’50, η «ανεπίσημη μοναρχία» ενθουσίαζε ακόμη το κοινό. «Ο βασιλιάς Παύλος φορούσε ένα κοντομάνικο πουκάμισο και η βασίλισσα Φρειδερίκη φορούσε ένα πλουμιστό τσιτάκι».[5] Στα «κινηματογραφικά επίκαιρα» της εποχής,[6] είναι σαφής αυτή η ανεμελιά που ριψοκινδυνεύει τον «εκδημοκρατισμό» του θεσμού μέσα από τις θάλασσες του Αιγαίου. Συχνά, όμως, η θάλασσα γκρεμίζει τα παλάτια στην άμμο. Όπως σωστά θυμίζει ο Μπαρτ, ακόμα και τότε οι μονάρχες δεν σταμάτησαν να ασκούν πολιτική και να κρίνονται για αυτή. «Ο Κόμης των Παρισίων εγκαταλείπει τον “Αγαμέμνονα” και ξαναγυρίζει στο Παρίσι για να “επιβλέψει”  την καλή λειτουργία της Οργάνωσης της άκρας δεξιάς CED, και ο νεαρός Χουάν της Ισπανίας στέλνεται επειγόντως στην πατρίδα του για να στηρίξει τον ισπανικό φασισμό». Ευτυχώς ο Χάρυ και η Μέγκαν δεν έχουν τόσο επικίνδυνες αποστολές. Απλώς, άλλαξαν τη δημόσια συζήτηση, μετά τον πρώτο ακρωτηριασμό της Ενωμένης Ευρώπης. To Brexit πέθανε. Ζήτω το Megxit!

 

 

[1] https://www.queen.gr/juicy/juicy-news/story/191163/o-prigkipas-harry-eixe-provlepsei-tin-apoxorisi-toy-apo-to-palati-prin-apo-dyo-xronia

[2] Βλ. Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες. Μάθημα, μτφρ. Καίτη Χατζηδήμου-Ιουλιέττα Ράλλη, Ράππα-Κέδρος, 1973, σ. 105-107.

[3] http://www.royalchronicles.gr/august-1954-the-royal-cruise/

Βλ. και http://www.unofficialroyalty.com/royal-tidbits-trivia/agamemnon-1954-cruise-of-the-kings/

[4] https://press.princeton.edu/books/paperback/9780691169231/the-kings-two-bodies

[5] . Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες…, ό. π., σ. 106.

[6] https://www.youtube.com/watch?v=1BRe4iT_1ps

* Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/30jPSXx
via IFTTT

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020

Το ποίημα της εβδομάδας 8/1

Αίθουσα αναμονής

Γιώργος Γεραλής

Στο θαμπό φως, μια συλλογή κρατάει τους πεθαμένους.
Κάποτε ανοίγει η θύρα και περνά ένας άλλος,
μ’ ένα μισόγελο, κάτι σαν σκιά χαιρετισμού,
χωρίς κανείς να του αποκρίνεται. Tον κοιτούν μόνο
με λοξό βλέμμα, και βυθίζονται ξανά στο θάνατο.
Άγνωστοι, κι έναν άγνωστο χώρο ανιχνεύουν,
καθένας μόνος, με μιαν ηρεμία, μια αποδοχή,
είτε με μια αξιοπρέπεια φοβισμένη. Έπειτα πάλι,
γυρνώντας, σα να μελετούνε ο ένας του άλλου
τη μυστική φθορά, την κρυφή πείρα,
μια σύσπαση που απόμεινε από το ταξίδι,
τον πανικό ενός ίσκιου στα γερμένα μάτια,
που αναζητούνε διέξοδο σε ακατανόητα
περιοδικά, μιας μακρινής χρονολογίας.

Μέσα, ο σοφός καθηγητής ακούει τα βήματα,
προβλέπει τα ενδεχόμενα με ακρίβεια,
εγκάρδιος σε όσους ζύγωσαν κιόλα την πύλη,
φορέσανε τη μαύρη σκέπη, είν’ έτοιμοι.
Tους αποχαιρετά μ’ ένα μειδίαμα,
«Φίλε μου, θα ξαναϊδωθούμε», βέβαιος ότι
εκείνοι αναχωρούν πια για την άβυσσο.
Άλλοτε σιωπηλός, στυγνός, όταν, σκυμμένος,
κουράζεται ερευνώντας μακρινούς θανάτους,
θύελλες βιαστικές, παιγνιώδη σκότη.

Όρθια στην πόρτα, η αδελφή, λευκή σαν το άπειρο,
αμίλητη σαν την ενέδρα, κατανεύει μόνο
στα ερωτηματικά, με μια ανεπαίσθητη
κίνηση, μιαν απόκρυφη ειρωνεία.
Δείχνει το δρόμο, ή σταματά ένα πρόωρο ξύπνημα.
«Ω, κοιμηθείτε ακόμα, κοιμηθείτε».

* * *

Άλλα ποιήματα, άλλων εβδομάδων

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/2Qwfg9p
via IFTTT

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

Το ποίημα της εβδομάδας 1/1

[ Θα ‘χω καπνίσει το τελευταίο τσιγάρο μου… ]

—Αναστάσιος Δρίβας—

Θα ‘χω καπνίσει το τελευταίο τσιγάρο μου —
στη σιωπή του μεγάλου μεταμεσονύκτιου δρόμου
η δενδροστοιχία θ’ ανατριχιάζει
θα ‘ναι χειμώνας γιορτές
νέο έτος.

Τα καινούρια μου ρούχα
τα καινούρια παπούτσια
το φρέσκο πουκάμισο
το μάλλινο κασκόλ το ακριβοπληρωμένο —
θα συμμερίζονται την ερήμωσή μου
διόλου ενάντια στο ρίγος του καιρού.
…θα ‘χω καπνίσει το τελευταίο τσιγάρο μου.

* * *

Άλλα ποιήματα, άλλων εβδομάδων

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/35fMZYT
via IFTTT

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2019

Το ποίημα της εβδομάδας 18/12

[ Όταν η νύχτα φεύγει… ]

—Έμιλυ Ντίκινσον—
Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης

Όταν η νύχτα φεύγει, κι είναι
το χάραμα τόσο κοντά
που τα κενά σχεδόν αγγίζεις —
ώρα να στρώσεις τα μαλλιά,

να ετοιμάσεις τα λακκάκια,
και ν’ απορήσεις τι να ήσαν
τα γηραιά, ξεθωριασμένα
μεσάνυχτα και σε φοβίσαν.

c. 1862

* * *

Άλλα ποιήματα, άλλων εβδομάδων

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/2Q0pJbJ
via IFTTT

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019

A saucerful of secrets

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1452
Dj της ημέρας, ο Γιώργος Τσακνιάς

Αφιερωμένο στον Κώστα Β., τώρα που παραγράφηκε το αδίκημα

Πάμε στο σπίτι του ανθρώπου απρόσκλητοι μέσα στη μαύρη νύχτα, τύφλα βέβαια εμείς, μας ανοίγει ο συγκάτοικός του. Βαράμε την πόρτα του και φωνάζουμε: «φέρε το τηλέφωνο να ξυπνήσουμε και τον Άλκη». Λέει: «μπείτε μέσα στο δωμάτιο να πάρετε τηλέφωνο». Εμείς από τον διάδρομο: «Δεν έχει καλώδιο;» Ο Κώστας, συγκαταβατικός και απόλυτα ακριβής, με ήρεμη φωνή: «Έχει καλώδιο, αλλά δεν φτάνει έξω».

Ε, κάπως έτσι παρά λίγο να την πατήσουν και οι Pink Floyd στην Πομπηία το 1971. Τρεις μέρες πάλευαν για να εξασφαλίσουν ρεύμα για το θηριώδες setup τους, προκειμένου να κινηματογραφήσουν και να ηχογραφήσουν το Live at Pompeii, μια συναυλία χωρίς κοινό. Ο Waters πρότεινε να φέρουν από την Αγγλία έναν μάγο-ηλεκτρολόγο, κάποιον που να μπορεί να λύσει το πρόβλημα στη στιγμή (σοβαρά, έτσι το είπε). Τελικά, το καλώδιο έφτασε, απολύτως κυριολεκτικά —και ίσως λίγο συγκαταβατικά— από μια εκκλησία της Πομπηίας μέχρι το αρχαίο θέατρο.

* * *

* * *

Ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com
για να γίνετε ο Dj της ημέρας.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/2LYD96Y
via IFTTT

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2019

Οξυγόνο

Ο Γιώργος Τσακνιάς γράφει για το μυθιστόρημα της Ξένιας Κουναλάκη «Οξυγόνο» (εκδόσεις Πόλις, 2019)

Τέλη της δεκαετίας του ’90, μια παρέα κάνει διακοπές στην Τήλο: Ο Νικόλας, η Κατερίνα, ο Γιάννης, η Εμμανουέλα, ο Σταμάτης και η Ευρυδίκη. Ελεύθερο κάμπινγκ, ψαροντούφεκο και γενικά διακοπές παρέας εικοσάχρονων. Μέχρι που ο Νικόλας πνίγεται προσπαθώντας να ξεβραχώσει έναν ροφό — για την ακρίβεια, παθαίνει υποξία, κοινώς το σώμα του δεν οξυγονώνεται αρκετά, κι αυτό γιατί από το πείσμα του έχει μείνει μέσα στη θάλασσα, περισσότερο από όσο έπρεπε. Το βιβλίο ξεκινά με την παλιά αυτή ιστορία και διαδραματίζεται στο «τώρα»: οι ήρωες είναι σαραντάρηδες, έχουν (ή θέλουν απεγνωσμένα να αποκτήσουν) παιδιά, έχουν δουλειές (ή τις χάνουν), έχουν οικογένειες αλλά και ερωμένες κ.ο.κ. Τους παρακολουθούμε καθώς ετοιμάζονται να πάνε στην Τήλο για το μνημόσυνο των είκοσι χρόνων από τον θάνατο του Νικόλα. Τα υπόλοιπα δεκαεννιά κεφάλαια διαρθρώνονται περισσότερο ως ημιαυτόνομα επεισόδια, στο καθένα από τα οποία πρωταγωνιστούν κατά κανόνα δυο-τρεις από τους ήρωες ή/και τα παιδιά τους (στα παιδιά θα επανέλθω παρακάτω), παραπέμποντας έτσι στη σπονδυλωτή ταινία Short cuts (Ρόμπερτ Άλτμαν, 1993), την οποία η Ξένια Κουναλάκη αναφέρει ως επίδραση.

 

 

Επιστρέφω στο εναρκτήριο κεφάλαιο του Οξυγόνου, που περιλαμβάνει την παλιά ιστορία των διακοπών με το τραγικό τέλος, οδηγεί στο «τώρα» — αλλά είναι χαρακτηριστικό το ότι η «προσγείωση» γίνεται συγκεκριμένα στο facebook. Παραθέτω το τέλος του, γιατί έχει ενδιαφέρον αυτή η εισαγωγή στην πραγματικότητα του σήμερα μέσω της (εικονικής) πραγματικότητας των social media, όπου η ηρωίδα έχει τη δυνατότητα μέχρι και να ακυρώσει το γεγονός του θανάτου που έχει συμβεί προ εικοσαετίας, αλλά και για άλλον έναν λόγο: ο Αντώνης Καραμπατζός, με αφορμή τον τρόπο με τον οποίον πεθαίνει ο Νικόλας, αναφέρθηκε στον Πρωτάρη (The Graduate, Μάικ Νίκολς, 1967) και στην περίφημη σκηνή κατά την οποία ο ήρωας, ο —συνομήλικος του Νικόλα— Μπέντζαμιν, τον οποίον ενσαρκώνει εξαιρετικά ο Ντάστιν Χόφμαν, καταδύεται με στολή και μπουκάλες στην πισίνα του σπιτιού του και ξαπλώνει ανάσκελα στον πάτο, μόνο και μόνο για να μην ακούει τους γονείς του και τους φίλους τους.

Στο Οξυγόνο, έτσι ακριβώς αντιδρά η Κατερίνα σε εντελώς διαφορετικό ερέθισμα, στην είδηση του θανάτου του Νικόλα:

Η Κατερίνα παίρνει φόρα, σμίγει τα χέρια της και κάνει βουτιά. Τη βλέπουν να προσπαθεί να φτάσει μέχρι τον βυθό. Κουνάει με δύναμη τα πόδια της. Γυρνάει το κεφάλι και τους κοιτάει από κάτω προς τα πάνω. Στην επιφάνεια βλέπει να διαθλώνται τα είδωλά τους. Δεν ξέρει αν είναι τα δάκρυά της που τους κάνουν να φαίνονται τόσο μακρινοί και θολοί, ένα μυωπικό βλέμμα στη ζωή, ή αν αυτό είναι το φυσιολογικό. Κρατάει την αναπνοή της όσο περισσότερο μπορεί.

What’s on your mind? ρωτάει το Φέισμπουκ.

Είκοσι χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο του Νικόλα. Βλέπω το φουσκωτό να ξεπροβάλλει στον κόλπο της Τήλου. Είναι Αύγουστος κι εκείνος έχει σγουρά μαλλιά και σώμα Άδωνη. Στο ψαροντούφεκο έχει καρφωμένο έναν ροφό δεκατέσσερα κιλά — το προσωπικό του ρεκόρ. Χαμογελάει θριαμβευτικά, γράφει η Κατερίνα.

Ας πάμε σε μια άλλη ταινία, εμβληματική μιας γενιάς — της γενιάς των ηρώων του Οξυγόνου. Προτού ακόμη διαβάσω το βιβλίο, ήδη την περιγραφή του, το μυαλό μου πήγε στη Μεγάλη Ανατριχίλα (Big Chill, Λόρενς Κάσνταν, 1983). Υπάρχει κι εκεί ένας νεκρός, ένα μέλος της παρέας που, διά της απουσίας του, είναι πιο παρών από τους άλλους, τους ζωντανούς ακόμα, ήρωες. Η ταινία ξεκινά με την είδηση της αυτοκτονίας του Άλεξ (τον οποίον έπαιζε ο νεαρός Κέβιν Κόστνερ, αλλά όλες οι σκηνές του κόπηκαν στο μοντάζ και εν τέλει φαίνονται μόνο οι καρποί του, σημαδεμένοι από την αυτοκτονία) και με τους φίλους να ετοιμάζονται για την κηδεία.

 

Στο Οξυγόνο, ο Νικόλας έχει πεθάνει πριν από 20 χρόνια και το «τώρα» είναι οι ετοιμασίες για το μνημόσυνο.

Στο σημείο αυτό, ένα σύντομο απόσπασμα περί θανάτου (δεν περιλαμβάνει spoiler):

Οι οικιακές συσκευές είναι σαν τις κατσαρίδες. Θα επιβιώσουν και μετά τον θάνατό μας. Θα πεθάνουμε όλοι και τα μάτια της κουζίνας θα καίνε, τα πλυντήρια θα γυρνάνε γύρω γύρω και τα ερκοντίσιον θα εκπνέουν τυφώνες.

Το απόσπασμα αυτό, που μου θυμίζει έναν αγαπημένο μου στίχο της Μαρίας Τοπάλη για το θιβετιανό μουρμουρητό των συσκευών, δεν βρίσκεται τυχαία στο τέλος του βιβλίου. Νομίζω πως ενισχύει αυτό που είπα πριν και για την ταινία: ο Απών είναι παρών, οι παρόντες είναι, με διάφορους τρόπους και για διάφορους λόγους, απόντες. Ο Νικόλας παραμένει στη μνήμη των φίλων του ως όμορφος, χαρισματικός, υπέροχος. Έτυχε όντως ο θάνατος να πάρει τον καλύτερο ή η μνήμη και η απώλεια εξωραΐζουν; Πολύ σωστά παρατήρησαν τόσο ο Αντώνης Καραμπατζός όσο και η Νίκη Λυμπεράκη ότι ο Νικόλας, πεθαίνοντας νέος, είχε την «τύχη» να γλιτώσει την ενηλικίωση και τη φθορά και να παραμείνει για πάντα νέος. Ο Νικόλας στερήθηκε το οξυγόνο κυριολεκτικά και πέθανε, οι φίλοι του, μεγαλώνοντας, το στερούνται μεταφορικά — και μοιάζουν να ασφυκτιούν.

Υπάρχει μια υπερβολή σε αυτό βέβαια. Οι ήρωες στο βιβλίο δεν είναι ζωντανοί νεκροί, δεν είναι κάποιου είδους συναισθηματικά ζόμπι· δεν είναι ούτε καν απελπισμένοι. Στο 13ο κεφάλαιο, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Στον δρόμο», το οποίο είναι το αγαπημένο μου, όχι μόνο γιατί σε αυτό «ακούγεται» το Don’t let go από τους Jerry Garcia Band, παρακολουθούμε —αποφεύγω το spoiler— μια πολύ ζόρικη οικογενειακή στιγμή, η οποία χαρακτηρίζεται από μεγάλη ένταση. Η κατάληξη δεν είναι ούτε η έκρηξη ούτε η συμφιλίωση· για την ακρίβεια, δεν υπάρχει κανενός είδους κάθαρση — ούτε καν κορύφωση. Απλώς ακούνε όλοι μαζί το κομμάτι και κουνάνε τα κεφάλι:

Η πλέιλιστ παίζει Jerry Garcia Band. «Don’t let go». Και οι τρεις, ο καθένας στραμμένος αλλού, αρχίζουν να κουνάνε ανεπαίσθητα το κεφάλι. Πάντα τους άρεσε αυτό το κομμάτι. Στις εκδρομές ξελαρυγγιάζονταν σε σινγκ αλόνγκ με τον Τζέρι, όταν έμπαινε. Τώρα κανείς δεν τραγουδά, αλλά δεν μπορούν να σταματήσουν το ελαφρύ χεντμπάνγκινγκ. Τρία κεφάλια κουνιούνται ρυθμικά μέσα σε ένα ταλαιπωρημένο Νισάν, σε ένα βενζινάδικο στην εθνική οδό, στη Στυλίδα, ένα μελαγχολικό αυγουστιάτικο πρωινό. Για λίγο, όσο διαρκεί το τραγούδι, έξι λεπτά και είκοσι δευτερόλεπτα, είναι οικογένεια.

 

Αντί της απελπισίας, λοιπόν, η δυσφορία είναι ακριβέστερη λέξη. Όλοι, μικροί και μεγάλοι, θα ήθελαν να είναι αλλού, κυριολεκτικά ή/και μεταφορικά. Ο Σταμάτης θα ήθελε να βρίσκεται με τη φοιτήτρια ερωμένη του, η κόρη του Σταμάτη και της Κατερίνας Έλλη στην Πάρο με τον γκόμενό της τον Λουκά, η Εμμανουέλα στο μαιευτήριο ή, τέλος πάντων, έγκυος, ο Χάρης με την Αμίνα, ο Κωνσταντίνος με την Έλλη κ.ο.κ.

Τη δυσφορία αυτού του είδους την έχει περιγράψει ωραία ο Τζον Κέιτζ, σε ένα κείμενό του με τίτλο Lecture on nothing: «Δεν είναι εκνευριστικό να βρίσκεσαι κάπου. Εκνευριστικό είναι να αισθάνεσαι πως θες να βρίσκεσαι αλλού από εκεί όπου βρίσκεσαι[1]».

Η Ξένια Κουναλάκη καταγράφει αυτή τη δυσφορία — τη δυσφορία μιας ηλικίας αλλά και μιας γενιάς. Δεν κρίνει το περιεχόμενα ή τα αίτια αυτής της δυσφορίας, όσο κι αν συχνά ειρωνεύεται τους ήρωές της — η ειρωνεία της έχει εξ ορισμού και αυτοσαρκασμό, δεδομένου ότι πάντα πτυχές του συγγραφέα βρίσκονται σε όλους τους χαρακτήρες του έργου του.

Παράλληλα, πίσω από αυτό το αδρό χρονικό μιας γενιάς υπάρχει η σκιαγράφηση της εποχής: ο Αντώνης Καραμπατζός παρατήρησε εύστοχα ότι στο κείμενο βρίσκονται διάσπαρτες λιτές, διακριτικές αλλά και χαρακτηριστικές αναφορές που τοποθετούν τους ήρωες (και τη γενιά τους) στα πολιτικά και κοινωνικά συμφραζόμενα της δεκαετίας της κρίσης.

Αλλά ας έρθουμε σε ένα χαρακτηριστικό του Οξυγόνου το οποίο το θεωρώ σημαντικό, ως βασικό δομικό υλικό του βιβλίου και στοιχείο που το διαφοροποιεί από τη νόρμα του «μυθιστορήματος παρέας» — και από τη Μεγάλη ανατριχίλα: τα παιδιά των ηρώων τα οποία όχι απλώς συμμετέχουν, αλλά καταλαμβάνουν μεγάλο —και ποσοτικά και από την άποψη της σημασίας— μέρος της αφήγησης και διαπλέκονται απολύτως με τους μεγάλους. Αν δηλαδή αφαιρέσεις τα παιδιά από το Οξυγόνο, το βιβλίο μένει το μισό (ίσως και λιγότερο) και, κυρίως, παύει να στέκει. Στον καμβά της πλοκής, τα παιδιά χρησιμεύουν βέβαια ως καθρέφτες των μεγάλων κι έχουν τη θέση τους στην αντίστιξη της ανάπτυξης των χαρακτήρων

Ο λόγος που αναφέρθηκα εκτενώς στη Μεγάλη ανατριχίλα ήταν επειδή υπήρξε εμβληματική για μια γενιά. Το Οξυγόνο, το οποίο όπως είπαμε αρθρώνεται κάπως σαν τα Short cuts του Άλτμαν αλλά επίσης, όπως παρατήρησε η Νίκη Λυμπεράκη, δημιουργεί άκρως κινηματογραφικές εικόνες, είδα πως ήδη χαρακτηρίζεται ως «μυθιστόρημα γενιάς» ή «μυθιστόρημα παρέας». Κατά τη γνώμη μου, είναι και τα δύο, αλλά όχι περισσότερο από το απολύτως αναγκαίο. Πρωτίστως είναι μυθιστόρημα — τελεία. Και αυτό είναι καλό. Θεωρώ δηλαδή ότι η μεγαλύτερή του αρετή είναι πως δεν επιτρέπει στα σκηνικά να κυριαρχήσουν επί της αφήγησης: δεν γίνεται κατάχρηση των αναφορών που σηματοδοτούν την εποχή — ακόμη και το soundtrack, αν το δει κανείς προσεκτικά (η Ξένια ανέβασε τη σχετική λίστα στο spotify), δεν χαρακτηρίζεται ούτε από εϊτίλα ούτε από ναϊντίλα: έχει 60s, 70s και πιάνει και μετά από το 2000. Εξίσου επιτυχώς αποφεύγει την παγίδα της «παρεολογίας».

Πρέπει τέλος να αναφερθούμε στον άριστο χειρισμό της γλώσσας των σημερινών πιτσιρικάδων από την Ξένια Κουναλάκη (η ίδια το αποδίδει στο γεγονός ότι έχει κόρη έφηβη που κατά καιρούς τής στέλνει screenshots από διαλόγους στο στο messenger με φίλους της), στο εξαιρετικής ποιότητας χιούμορ που διατρέχει όλο το βιβλίο και στο σεξ, το οποίο είναι ένα ζήτημα που απασχολεί τους ήρωες, αν μη τι άλλο ως κίνητρο. Διότι πρέπει να πούμε ότι το σεξ στο Οξυγόνο κυρίως συζητιέται παρά συμβαίνει, θυμίζοντας έτσι —για να κλείσω με άλλη μία κινηματογραφική αναφορά— την Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας του Λουί Μπουνιουέλ (Le Charme discret de la bourgeoisie, 1972), σε όλη τη διάρκεια της οποίας μια παρέα αστών πασχίζει να καθίσει στο τραπέζι για φαγητό, αλλά όλο κάτι γίνεται και το γεύμα δεν αρχίζει καν.

 

[1] “It is not irritating to be where one is. It is only irritating to think one would like to be somewhere else”. John Cage, “Lecture on nothing”, από το βιβλίο John Cage, Silence, Wesleyan University Press 1961.

* * *

Το κείμενο αυτό βασίζεται στις σημειώσεις βάσει των οποίων μίλησα στην παρουσίασή του στο βιβλιοπωλείο Πλειάδες, στις 7/12/2019. Κατά την επεξεργασία του για να δημοσιευτεί, ενσωμάτωσα ορισμένες παρατηρήσεις των συμπαρουσιαστών Αντώνη Καραμπατζού και Νίκης Λυμπεράκη, καθώς και της συγγραφέως Ξένιας Κουναλάκη. — Γ.Τ.

Αντώνης Καραμπατζός, Νίκη Λυμπεράκη, Ξένια Κουναλάκη, Γιώργος Τσακνιάς, Πλειάδες 7/12/2019
Φωτογραφία: Νίκος Κοκκαλιάς

* * *

Βιογραφικό από το «αυτί» του βιβλίου: Η Ξένια Κουναλάκη γεννήθηκε το 1971 στο Αμβούργο της Γερμανίας. Σπούδασε επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι αρχισυντάκτρια διεθνών ειδήσεων και τακτική αρθρογράφος στην Καθημερινή.

Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία της Στις ταινίες κλαίω στις πιο άσχετες σκηνές και Ο αντισημιτισμός στην Ελλάδα [Ομιλία στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ιωαννιτών, με αφορμή την Ημέρα Μνήμης των Ελλήνων Εβραίων του Ολοκαυτώματος (29 Ιανουαρίου 2019)].

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/2LLdluX
via IFTTT

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2019

Το ποίημα της εβδομάδας 11/12

Αν νοσταλγώ

—Κώστας Ουράνης—

Αν νοσταλγώ — δεν είναι εσάς, αγάπες περασμένες,
και τις στιγμές τις ευτυχείς μαζί σας που έχω ζήσει!
— Τα ρόδα σας τα μάρανα στα χέρια μου και τώρα
μέσα στης Μνήμης το παλιό βιβλίο τα ‘χω κλείσει.

Μα είναι κάποιες άγνωστες, περαστικές γυναίκες,
που μια στιγμή σταυρώσανε το βλέμμα τους μαζί μου!
— Τέτοιες, που μείναν ο γλυκύς κι ανέφικτός μου πόθος,
ενώ —ποιος ξέρει!— θ’ άλλαζαν για πάντα τη ζωή μου…

Αν νοσταλγώ — δεν είναι εσάς, πόλεις όπου έχω ζήσει,
πόλεις που σας εγνώρισα και που σας έχω αφήσει,
μα κείνες, ταξιδεύοντας, που αντίκρισα ένα βράδυ

κι είδα —μακριά— τα φώτα τους τ’ άπειρα να χορεύουν
(που ήταν σα να με φώναζαν, που ήταν σα να μου γνεύουν!)
και που το πλοίο προσπέρασε, πλέοντας στο σκοτάδι…

* * *

Άλλα ποιήματα, άλλων εβδομάδων

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x



from dimart https://ift.tt/35aNBjj
via IFTTT