Βιβλία για παιδιά: προτάσεις μιας βιβλιόφιλης μαμάς
—της Αγγελικής Μποζίκη—
Σήμερα διάλεξα να σας μιλήσω για ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε στις αρχές του καλοκαιριού και το αγάπησα πολύ και εγώ και ο Πέτρος. Πρόκειται για το Τα παπούτσια των άλλων της Άλκηστης Χαλικιά, την οποία είχαμε γνωρίσει πριν δυο χρόνια με Το κουτί του Σιλάν.
Αυτή τη φορά πρωταγωνίστρια του βιβλίου είναι η Ματού. Μένει στο Πιγιόμ, που είναι κοντά στο Παρίσι αλλά όχι τόσο κοντά ώστε να μπορεί να λέει ότι μένει στο Παρίσι. Η Ματού επιστρέφει καθημερινά μόνη στο σπίτι από το σχολείο, μιας και οι γονείς της δουλεύουν. Μια μέρα που το σχολείο τελειώνει λίγο νωρίτερα παρατηρεί έξω από ένα Τζαμί πολλά παπούτσια. Το ένα δίπλα στο άλλο. Ανάμεσα τους και εκείνο το ζευγάρι αθλητικά παπούτσια με τα πορτοκαλί κορδόνια που της αρέσουν πολύ. Η Ματού δεν μπορεί να αντισταθεί και δοκιμάζει τα παπούτσια. Μετά στέκεται και παρατηρεί σε ποιον ανήκει. Από εκείνη τη μέρα και μετά η Ματού δοκιμάζει κάθε μέρα και ένα διαφορετικό ζευγάρι παπούτσια. Και μετά κάνει υποθέσεις για τον κάτοχό τους. Είναι το δικό της καινούριο παιχνίδι. Τι θα γίνει όμως όταν μια μέρα η μαμά της θα αθετήσει την υπόσχεση της να περάσουν τη μέρα μαζί; Μήπως τελικά το παιχνίδι της θα φανεί χρήσιμο για να καταλάβει τον κόσμο των μεγάλων και να «μπει λίγο στα παπούτσια τους»;
Μια πολύ όμορφη και τρυφερή ιστορία που με τρόπο εύληπτο συστήνει στα παιδιά την έννοια της ενσυναίσθησης, για την οποία έχει χυθεί πολύ μελάνι. Και πάει ένα βήμα παραπέρα, αφού μας καλεί να δούμε το πώς σκέφτεται και τι νοιώθει ο άλλος μέσα από τα δικά του μάτια, μπαίνοντας στη θέση μου ή στα παπούτσια μου. Επιπλέον μας δίνει την αφορμή να μιλήσουμε για την αποδοχή και για τον σεβασμό στα θέλω και τα μπορώ των άλλων. Το κείμενο συμπληρώνει υποδειγματικά η εξαιρετική εικονογράφηση της Φωτεινής Τίκκου και το συνολικό αποτέλεσμα είναι πραγματικά πολύ υψηλής αισθητικής.
Το βιβλίο απευθύνεται σε παιδιά από τριών ετών, αλλά ο πρώτος αναγνώστης στο δικό μας σπίτι ήταν ο οκτάχρονος πια Πέτρος, που το διάβασε και μετά επανήλθε με χιλιάδες ερωτήσεις, οι οποίες στάθηκαν αφορμή να συζητήσουμε πολύ και ουσιαστικά. Ένα βιβλίο που προσωπικά είμαι σίγουρη ότι θα γίνει κλασικό.
Εμπιστεύεστε τη διαίσθησή σας; Καλά κάνετε! Ό,τι μπορεί εμπιστεύεται κανείς. Αρκεί να μην ξεχνάμε ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ τού «εμπιστεύομαι τη διαίσθησή μου» και τού «η διαίσθησή μου δεν με ξεγελάει ποτέ».
Στην πρώτη περίπτωση, εκείνος που δηλώνει «εμπιστεύομαι τη διαίσθησή μου» δείχνει μια θεμιτή (αν και ελαφρώς αφελή) εμπιστοσύνη στην επαγωγή: αφού η διαίσθησή του συνήθως πέφτει μέσα, την εμπιστεύεται γενικώς, και χαλάλι της αν καμιά φορά τον κρεμάει. Από τη στιγμή, όμως, που γνωρίζει ότι ενίοτε η διαίσθησή του τον αφήνει ακάλυπτο, δεν υπάρχει πρόβλημα: είναι προετοιμασμένος να δεχτεί μια ευκαιριακή διαισθητική ήττα.
Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση ελλοχεύουν κίνδυνοι γιατί η διαίσθηση μας ξεγελάει κάθε τρεις και λίγο. Θέλετε παραδείγματα τέτοιων κινδύνων;
[μπροστά στην κάλπη] «Θα τον ψηφίσω γιατί η διαίσθησή μου μού λέει ότι τα εννοεί όσα υπόσχεται». (Η εμπειρία λέει ότι δεν τα εννοεί.)
[στο καζίνο, μπροστά στη ρουλέτα] «Θα ποντάρω όλη μου την περιουσία στο κόκκινο γιατί κάτι μού λέει ότι τώρα θα έρθει σίγουρα κόκκινο». (Φυσικά, δεν είναι σίγουρο ότι θα έρθει κόκκινο – ακόμα κι αν προηγουμένως έχει έρθει χίλιες φορές απανωτά μαύρο.)
[δύο ερωτευμένοι, τα χαράματα] «Ας μην πάμε στη δουλειά σήμερα, κάτι κακό θα συμβεί, το διαισθάνομαι». (Το μόνο κακό που σίγουρα θα συμβεί είναι ότι θα χάσουν το μεροκάματο. Εκτός κι αν είναι 11 Σεπτεμβρίου του 2001 και δουλεύουν και οι δύο στους δίδυμους πύργους – κάπως έτσι φτιάχνονται οι μύθοι: από τρελές συμπτώσεις. Σε κάθε περίπτωση, καλύτερα να έλεγε, «ας κάνουμε κοπάνα σήμερα να κάτσουμε όλη μέρα στο κρεβάτι» – ας μην τα ρίχνουμε όλα στη διαίσθηση!)
[στο τάιμ-άουτ, με το σκορ ισόπαλο και να μένουν 2 δεύτερα για τη λήξη] «Κόουτς, άσε με να πάρω το τελευταίο σουτ, θα το βάλω, το διαισθάνομαι». (Αν προλάβει να σουτάρει, είτε θα το βάλει είτε όχι. Ό,τι κι αν συμβεί, δεν θα είναι η διαίσθηση που θα έχει κάνει το σουτ.)
Τα παραδείγματα είναι άπειρα· είναι περιττό να παραθέσω άλλα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διαίσθηση συχνά-πυκνά μας εξαπατά. Το ξέρουμε. Και όμως την εμπιστευόμαστε. Γιατί, καμιά φορά, θέλουμε να εξαπατηθούμε. Τι γίνεται όμως όταν δεν θέλουμε; Τότε, έχουμε πρόβλημα!
Αν συμφωνείτε ότι μέχρις εδώ δεν έχει ειπωθεί κάτι μη αναμενόμενο, κάτι που δεν είναι αυτονόητο, ετοιμαστείτε για μια δοκιμασία της διαίσθησής σας, το αποτέλεσμα της οποίας θα σας ξαφνιάσει – δυσάρεστα.
Καταρχάς, για να ξέρουμε για τι μιλάμε, ας δούμε τον ορισμό που δίνει το λεξικό:
διαίσθηση = απροσδιόριστη γνώση αυτού που δεν μπορεί να αποδειχτεί με τη λογική ή αυτού που δεν υπάρχει ακόμη, η έκτη αίσθηση[1]
Το να μιλάς με βεβαιότητα για κάτι που δεν μπορεί να αποδειχτεί με τη λογική δεν σε κάνει παράλογο: όλοι το κάνουμε διαρκώς. Επίσης, το να μιλάς με βεβαιότητα για αυτό που δεν υπάρχει ακόμη δεν σε κάνει μέντιουμ με κληρονομικό χάρισμα: επίσης όλοι το κάνουμε διαρκώς. Ποιος δεν έχει επικαλεστεί την «έκτη αίσθηση», έστω και μία φορά στη ζωή του, για να δικαιολογήσει ένα αμφιλεγόμενο συμπέρασμά του; Μάλλον κανείς.
Αυτή η περιβόητη (ή μήπως διαβόητη;) «έκτη αίσθηση» είναι μέρος της ανθρώπινης καθημερινότητας, είναι ανθρωπολογικό χαρακτηριστικό, είναι αναπόσπαστο κομμάτι μας. (Αυτά προς υπεράσπιση της α-νοησίας μας, ως είδος.)
Έχοντας αυτά κατά νου, βγάλτε μια κόλα χαρτί: ακολουθεί πρόχειρο διαγώνισμα!
Ας υποθέσουμε ότι η γη είναι απολύτως σφαιρική και ότι ο ισημερινός είναι σε όλο του μήκος στο ύψος της θάλασσας, χωρίς βουνά, λόφους κ.λπ. Ας πούμε τώρα ότι έχουμε τη δυνατότητα να περιζώσουμε τη γη στο επίπεδο του ισημερινού με ένα κορδόνι, έτσι ώστε το κορδόνι να εφάπτεται τέλεια στο έδαφος. Γνωρίζοντας ότι η περιφέρεια της γης είναι (περίπου) 40.075 χιλιόμετρα, θα χρειαστούμε ένα κορδόνι μήκους (περίπου) 40.075 χιλιόμετρα. Ας κόψουμε τώρα το κορδόνι σε ένα οποιοδήποτε σημείο του και ας του προσθέσουμε ένα κομμάτι κορδόνι με μήκος 1 μέτρου. Το κορδόνι που πριν από την προσθήκη του 1 μέτρου ήταν σφιχτά δεμένο γύρω από τη γη, τώρα θα χαλαρώσει, οσοδήποτε λίγο· σωστά; Σωστά. Ας υποθέσουμε, τέλος, ότι έχουμε τη δυνατότητα να ταχτοποιήσουμε το χαλαρωμένο πλέον κορδόνι, έτσι ώστε να απέχει από το έδαφος ακριβώς το ίδιο ύψος καθ’ όλο το μήκος των 40.075 χιλιομέτρων του ισημερινού. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Τι πιστεύετε ότι χωράει να περάσει κάτω από το κορδόνι: μια γάτα, ένα ποντίκι ή ένα λεπτό φύλλο χαρτιού;
Σας αφήνω να το σκεφτείτε λίγο…
.
.
.
Τέλος χρόνου, κάτω τα μολύβια!
Οι συντριπτικά περισσότεροι από τους ερωτηθέντες (αν όχι όλοι) θα απαντήσουν ότι ανάμεσα στο έδαφος και στο κορδόνι χωράει ένα λεπτό φύλλο χαρτιού (ένα λεπτότατο φύλλο, μάλιστα· ριζόχαρτο!). Αν τους ζητήσουμε να αιτιολογήσουν την απάντησή τους, θα απαντήσουν (πολύ «λογικά» – έτσι η λέξη, με εισαγωγικά) ότι το 1 μέτρο που προσθέσαμε είναι απειροελάχιστο σε σύγκριση με το συνολικό μήκος των 40.075 μέτρων, συνεπώς το κορδόνι θα χαλαρώσει ανεπαίσθητα. Άρα, από κάτω δεν θα χωράει να περάσει ένα ποντίκι, πόσο μάλλον μία γάτα· ένα λεπτό φύλλο χαρτιού, λοιπόν – κι αυτό με το ζόρι.
Διαφωνεί κανείς; Διαισθητικά, ασφαλώς και όχι! Μοιάζει απολύτως λογική η εξήγηση. Οι πάντες συμφωνούν. Κι αν βρεθεί ένας να διαφωνήσει, τρελός θα είναι: οι πολλοί έχουν πάντα δίκιο. (Τι, όχι;)
Και όμως, η σωστή απάντηση είναι ότι, εντελώς κόντρα στη διαίσθησή μας, μια γάτα χωράει άνετα να περάσει κάτω από το κορδόνι.
Θα παραθέσω την απόδειξη στο μιλητό, όπως οι αρχαίοι ημών πρόγονοι (για να μη λακίσουν όσοι μισούν τα μαθηματικά).[3] Η μόνη μαθηματική γνώση που θα χρειαστεί είναι κάτι που έχουμε ακούσει όλοι στα μαθητικά μας χρόνια:
Το μήκος της περιφέρειας ενός κύκλου ισούται με το μήκος της ακτίνας του πολλαπλασιασμένο με το 2π (όπου π = 3,14…).
Εκείνο που ψάχνουμε να βρούμε είναι πόσο θα αυξηθεί η ακτίνα ενός κύκλου με περιφέρεια 40.075.000 μέτρα όταν προσθέσουμε 1 μέτρο στην περιφέρεια.
Για να δούμε:
Αφού η περιφέρεια ισούται με την ακτίνα του επί 2π (δηλαδή, 2 επί 3,14 = 6,28), έχουμε:
40.075 χιλιόμετρα = η Ακτίνα επί 6,28
Η ίδια ισότητα ισχύει και για τον νέο κύκλο, μετά την προσθήκη του 1 μέτρου:
40.075 χιλιόμετρα + 1 μέτρο = η Ακτίνα επί 6,28 + η Προσθήκη στην Ακτίνα επί 6,28
Υπενθυμίζω ότι για να δούμε τι χωράει να περάσει κάτω από το κορδόνι, πρέπει να υπολογίσουμε την Προσθήκη στην Ακτίνα – δηλαδή, το πόσο θα έχει σηκωθεί το κορδόνι από το έδαφος.
Επιστρέφουμε στην εξίσωση:
Αφού 40.075 χιλιόμετρα = η Ακτίνα επί 6,28, αυτοί οι δύο όροι μπορούν να εξαλειφθούν από τα δύο μέρη της εξίσωσης. Τώρα έχουμε:
1 μέτρο = η Προσθήκη στην Ακτίνα επί 6,28
Δηλαδή, η Προσθήκη στην Ακτίνα ισούται με 1 μέτρο δια 6,28.
Βγάζουμε το κομπιουτεράκι και διαιρούμε τους 100 πόντους του μέτρου με το 6, 28. Αποτέλεσμα: η Προσθήκη στην Ακτίνα ισούται με περίπου 15,9 πόντους.
Με άλλα λόγια, το κορδόνι απέχει από το έδαφος σχεδόν 16 πόντους. Είναι προφανές ότι μια γάτα χωράει άνετα να περάσει κάτω από το κορδόνι!
Σοκ και δέος! Η διαίσθηση μας εξαπάτησε. Αποδεικνύεται με στοιχειώδη μαθηματικά ότι το κατά πόσον θα αυξηθεί η ακτίνα ενός κύκλου δεν εξαρτάται καθόλου από τον περιφέρεια του κύκλου (40.075 χιλιόμετρα, εν προκειμένω), αλλά αποκλειστικά από το μήκος της προσθήκης (1 μέτρο, εν προκειμένω). Από σημαίνει ότι αν προσθέσουμε 1 μέτρο στην περιφέρεια οποιουδήποτε κύκλου, η ακτίνα του θα αυξηθεί κατά 16 πόντους. Και όταν λέμε «οποιουδήποτε κύκλου», εννοούμε οποιουδήποτε κύκλου: αν δέσουμε κορδόνια γύρω από έναν βώλο, γύρω από μια μπάλα μπάσκετ, γύρω από τη γη, γύρω από τον ήλιο και γύρω από το (σφαιρικό, ας υποθέσουμε) σύμπαν, και μετά προσθέσουμε στα πέντε αυτά κορδόνια 1 μέτρο κορδόνι, η ακτίνα θα αυξηθεί και στους πέντε κύκλους κατά 16 πόντους. Το μήκος της περιφέρειας των κύκλων δεν παίζει απολύτως κανέναν ρόλο στο κατά πόσο θα αυξηθεί η ακτίνα τους· το μόνο μέγεθος που παίζει ρόλο στον υπολογισμό της αύξησης της ακτίνας του κύκλου (οποιουδήποτε κύκλου, ξαναλέω) είναι το μήκος της προσθήκης στην περιφέρειά του! Δεν είναι απίστευτο;
Ο γρίφος με το κορδόνι που ζώνει τη γη είναι παλιός και κυκλοφορεί σε διάφορες παραλλαγές. Είναι γνωστός (υποθέτω) στους μαθηματικούς, αλλά δεν χρησιμοποιείται, ως αντι-διαισθητικό παράδειγμα, όσο συχνά θα έπρεπε. Εγώ, ας πούμε, δεν τον άκουσα ποτέ από κανέναν δικό μου δάσκαλο – όχι μόνο των μαθηματικών· γενικά. Και θα ήταν χρήσιμο να ακούγεται, για εκπαιδευτικούς λόγους (μπας και καταλάβει κάποτε ο εκπαιδευόμενος τη σημασία τού να βλέπει κανείς τα πράγματα αλλιώς), σε κάθε τομέα του επιστητού – γιατί η διαίσθηση είναι απατηλή!
Ένας από τους δάσκαλους που τον χρησιμοποιούσαν στα μαθήματά τους ήταν ο Αυστριακός φιλόσοφος Ludwig Wittgenstein. Ο Αμερικανός φιλόσοφος Norman Malcolm, μαθητής και μετέπειτα φίλος του Wittgenstein, γράφει σχετικά:
Σε μία από τις συναντήσεις στο διαμέρισμά του, ο Wittgenstein, προκειμένου να διευκρινίσει τη φύση της φιλοσοφίας, μας είπε μια σπαζοκεφαλιά, η οποία πήγαινε ως εξής: Ας υποθέσουμε ότι τεντώνουμε ένα κορδόνι σφιχτά γύρω από τη γη, στον ισημερινό. Τώρα, ας υποθέσουμε ότι προσθέτουμε ένα κομμάτι κορδόνι μήκους μιας γιάρδας στο κορδόνι. Αν το κορδόνι παρέμενε τεντωμένο και κυκλικό στη μορφή, πόσο πάνω από την επιφάνεια της γης θα βρισκόταν; Χωρίς να καθίσουμε να το υπολογίσουμε, όλοι όσοι ήμασταν παρόντες είπαμε ότι η απόσταση του κορδονιού από την επιφάνεια της γης θα ήταν τόσο ασήμαντη που θα ήταν ανεπαίσθητη. Η απόσταση στην πραγματικότητα θα ήταν πάνω από έξι ίντσες. Ο Wittgenstein δήλωσε ότι αυτό είναι το είδος του λάθους που εμφανίζεται στη φιλοσοφία. Συνίσταται στην παραπλάνηση από μία εικόνα. Σε αυτή τη σπαζοκεφαλιά, η εικόνα που μας παραπλανά είναι η σύγκριση του μήκους του επιπρόσθετου κομματιού με το μήκος όλου του κορδονιού. Η εικόνα από μόνη της είναι μάλλον ξεκάθαρη: ένα κορδόνι μήκους μιας γιάρδας είναι αναλογικά ασήμαντο ως προς το μήκος όλου του κορδονιού. Αλλά αυτό ακριβώς είναι που μας παραπλανά, έτσι ώστε να συνάγουμε ένα λανθασμένο συμπέρασμα. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει στη φιλοσοφία: συνεχώς μας εξαπατούν νοητικές εικόνες, οι οποίες από μόνες τους είναι ξεκάθαρες.[4]
Ο Wittgenstein χρησιμοποιούσε τον γρίφο για να τονίζει την πάγια θέση του για το πώς πρέπει να κάνει κανείς φιλοσοφία: «Το σύνθημά μας θα έπρεπε να ’ναι: “Το νου μας μην πλανευτούμε!”».[5] Εντούτοις, η χρησιμότητα του παράδοξου αυτού γρίφου είναι σαφώς ευρύτερη. Υπάρχουν ακόμα άπειρα πράγματα που ο άνθρωπος δεν τα γνωρίζει ή δεν μπορεί να τα εξηγήσει, οπότε αναγκαστικά καταφεύγει στη διαίσθηση (θυμίζω τον ορισμό της: «απροσδιόριστη γνώση αυτού που δεν μπορεί να αποδειχτεί με τη λογική ή αυτού που δεν υπάρχει ακόμη»). Με άλλα λόγια, η διαίσθηση είναι αναγκαίο κακό. Όταν, όμως, για ένα συγκεκριμένο ζήτημα υπάρχουν αποδείξεις (που προκύπτουν από την ίδια την ανθρώπινη νόηση), τότε αυτές –και μόνο αυτές– είναι που πρέπει να εμπιστευόμαστε για τη συναγωγή συμπερασμάτων, έστω κι αν αυτά τα συμπεράσματα αντιβαίνουν στη διαίσθησή μας.
[2] Η στήλη έχει ασχοληθεί ξανά στο πρόσφατο παρελθόν με το θέμα της απατηλής διαίσθησης. Το σχετικό κείμενο, με τίτλο Ένα μικρούτσικο πρόβλημα, μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.
[3] Για όσους δεν μισούν τα μαθηματικά τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά:
c = 2πr =>
c +δc = 2π(r+δr) =>
c +δc = 2πr+2π δr => c +δc = 2πr+2π δr =>
δc = 2π δr =>
δc / 2π = δr
Όταν δc = 100 cm, τότε δr = 100 / 6,28 ≈ 15,9 cm.
[4] Norman Malcolm, Ludwig Wittgenstein. A memoir, Clarendon Press 2001, σ. 46. [Η μετάφραση του αποσπάσματος, δική μου.]
Γλυκιά βραδιά του Σεπτέμβρη
—Χάλκινα κύματα έχει η θάλασσα—
κρεμάστηκε στα κλαδιά του ελαιώνα η σιωπή.
Υπάρχει ένας θεός που πεθαίνει στον ορίζοντα
και ο ναός είναι ο ουρανός.
Σεπτέμβρης 1967
* Γραμμένο από τον ίδιο τον ποιητή απευθείας στα ελληνικά.
[Νέα Εστία, τ. 972, 1/1/1968. Η σημείωση καθώς και η εικονογράφηση προέρχονται από το περιοδικό. Το Agrigento είναι πόλη της νότιας Σικελίας — ο αρχαίος Ακράγας. Το dim/art δεν κατόρθωσε να βρει πληροφορίες για τον ποιητή.]
Λένε πως κανένας συγγραφέας δεν θα ήθελε να δει το βιβλίο του να μπαίνει σε μια λίστα που θα πρότεινε «βιβλία για τις διακοπές» ή «βιβλία για την παραλία». Ωστόσο, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, οι εφημερίδες και τα περιοδικά διαφήμιζαν τα «καλοκαιρινά μυθιστορήματα», τα οποία μάλιστα οι σχολιαστές συνέδεαν σταθερά με τις νεαρές αναγνώστριες, που έπρεπε να βρουν ένα τρόπο να αντιμετωπίσουν την άνοδο της θερμοκρασίας. Μερικά από αυτά τα μυθιστορήματα εξασφάλιζαν τη φαντασιακή φυγή σε ταξίδια – κυρίως στα νότια κλίματα- ενώ άλλα περιέγραφαν ιδανικούς έρωτες που συνήθως ολοκληρώνονταν με έναν μάλλον προβλέψιμο γάμο. Στα τέλη του 19ου αιώνα, τα «καλοκαιρινά αναγνώσματα» προετοίμαζαν τη «συναισθηματική αγωγή» των κοριτσιών και των κυριών ενόψει του φθινοπώρου. Η αναγνωστική γεύση του καλοκαιριού, δεν είχε καμία σχέση με την «κλασική λογοτεχνία». Ήταν ωστόσο μια βουτιά στα βαθιά σε ώρες αργίας. Το παιχνίδι της ενηλικίωσης παιζόταν ανάμεσα σε λινά φορέματα, καπέλα, ομπρέλες ηλίου και γέλια όταν ο καλοκαιρινός αέρας σήκωνε πονηρά τις φούστες. Όπως εξηγεί η Donna Harrington Luecker στο βιβλίο της BooksforIdleHours:Nineteenth–CenturyPublishingandtheRiseofSummerReading[1], η νεωτερική επινόηση μιας νέας κατηγορίας ελεύθερου χρόνου, όπως οι «καλοκαιρινές διακοπές», έφεραν κυρίως τη μεσαία αστική τάξη αντιμέτωπη με νέες απολαύσεις αλλά και νέα άγχη. Τι πρέπει να διαβάζει μια γυναίκα τον Ιούλιο και τον Αύγουστο; Και πώς συνδυάζεται η ανάγνωση με τη θερινή μόδα; Τι πρέπει να φοράει ένα κορίτσι που διαβάζει, μοναχικά ή μαζί με φίλες, στις διακοπές; Ο Henry James που έβλεπε το καλοκαιρινό διάβασμα, όπως και το κέντημα, ως μια κατεξοχήν γυναικεία «παράσταση», ενθουσιαζόταν με το θέαμα των κοριτσιών που διαβάζουν σε μια αμμώδη παραλία, τονίζοντας τον αισθητικό (και μάλλον αισθησιακό) συνδυασμό της πνευματικής καλλιέργειας με την ενδυματολογική γοητεία.[2]
Η ενδυματολογική γοητεία της παραλίας ωστόσο ήταν ένα κάπως πιο σύνθετο θέμα και πάντως ένα πολύ πιο περίπλοκο θέαμα. Στο γύρισμα του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς οι κοινωνίες εξοικειώθηκαν περισσότερο με το κολύμπι στη θάλασσα, ο έμφυλος κώδικας των καλοκαιρινών διακοπών, εκτός από την απόλαυση της ανάγνωσης, είχε πλέον να αντιμετωπίσει και το «άγχος της αποκάλυψης». Το γυναικείο μαγιό, αφήνοντας σταδιακά γυμνά όλο και περισσότερα μέρη του σώματος, εξελισσόταν σε ένα επίδικο πολιτισμικό αντικείμενο. Από τα υφασμάτινα «κοστούμια» μέχρι τα κολλητά ολόσωμα μαγιό, η θερινή εμφάνιση των γυναικών στις παραλίες είχε προκαλέσει έναν αξιοσημείωτο «ηθικό πανικό» στον αστικό καθωσπρεπισμό. Το 1907, η Annette Kellerman, Αυστραλή κολυμβήτρια, συνελήφθη επειδή φόραγε ένα «αθλητικό» ολόσωμο μαγιό που δεν κάλυπτε τα γόνατά της, ενώ στη συνέχεια συνέχισε να προκαλεί με φωτογραφικές πόζες που διεκδικούσαν τη θερινή ελευθεριότητα του κορμιού της.[3] Όπως διαβάζουμε εξάλλου στις εφημερίδες της εποχής, το 1921, η συγγραφέας Louise Rosine από το Atlantic City στην Αμερική φυλακίστηκε επειδή εμφανίστηκε σε παραλιακό δρόμο με τις καλτσοδέτες δεμένες κάτω από τα ακάλυπτα γόνατα της.[4]
Αυτός ο ακήρυχτος πόλεμος τέλειωσε το 1946, όταν στη Γαλλία λανσαρίστηκε η μόδα του μπικίνι.[5] Το «μικρότερο ύφασμα στον κόσμο» δεν άλλαξε μόνο την ιστορία του γυναικείου σώματος αλλά και τις διακοπές των ανθρώπων της μεταπολεμικής εποχής.[6] Στη δεκαετία του ’60, το «itsy bitsy teeny weeny» στυλ είχε επιβληθεί σχεδόν σε όλες παραλίες. Οι άπειρες παραλλαγές που ακολούθησαν (monokini, tankini, bandini και v-kini) έδωσαν νέα ώθηση στο προϊόν, ενώ την κύρια διαφημιστική εκστρατεία υπεράσπισης του μπικίνι ανέλαβε κυρίως το σινεμά.[7] Από την Ursula Andress μέχρι τη Halle Berry, το μπικίνι με τη «σκανδαλώδη» ομορφιά του έγινε το σύμβολο των θερινών «μοντέρνων καιρών».
Η ιστορία του μαγιό από το περιοδικό Οικογένεια (22 Ιουλίου 1953)
Βιβλιοθήκη ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ
Στις μέρες μας, οι λίστες με βιβλία που πρέπει να διαβαστούν στην παραλία πληθαίνουν. Ειδικά το «beach read» για γυναίκες έχει γίνει ένα ιδιαίτερο είδος ανάγνωσης, με ειδικές κατηγορίες αποδεκτών[8]∙ ενίοτε πολύ απομακρυσμένων από τη διαδρομή των αναγνωστριών και των κολυμβητριών που περιγράψαμε. Στη διπλανή ξαπλώστρα, πάντως, οι γυναίκες εξακολουθούν να ξεφυλλίζουν ανέμελα τα βιβλία τους, χωρίς να περιμένουν την αιφνιδιαστική εμφάνιση κάποιου πουριτανού λογοκριτή της ενδυμασίας τους ή των αναγνωστικών προτιμήσεών τους. Όπως τα σημάδια του μαγιό έτσι και τα σημάδια της παραλίας αποτυπώνονται πάνω στο «σώμα» του κειμένου, αφήνοντας στις σελίδες των βιβλίων μικρά αποτυπώματα: σταγόνες από αντηλιακό, βότσαλα, μικρά πετραδάκια, κόκκους από άμμο, πρόχειρους σελιδοδείκτες από καλάμια και μικρά ξύλα, νοτισμένες λέξεις από μια βουτιά στη θάλασσα. Τα υλικά ίχνη της καλοκαιρινής ανάγνωσης ξεχωρίζουν στη βιβλιοθήκη. Όταν τα βιβλία θα γυρίσουν —αν γυρίσουν— πάλι στη θέση τους, το ηλιοκαμένο σώμα με τα άσπρα σημάδια από το μαγιό θα είναι το μοναδικό αναλογικό ίχνος που θα θυμίζει αυτή την κατακερματισμένη και ελλειπτική ανάγνωση.
Roland Barthes. Biscarosse, Landes, 1932
Πώς κοιτάζει κανείς όμως ένα τέτοιο σώμα; Στην Απόλαυση του κειμένου, ο Ρολάν Μπάρτ υποστήριζε προκλητικά ότι αναγνωστική απληστία μπορεί να μετατρέψει ακόμη και την ψυχαγωγία σε δημιουργία: «μοιάζουμε έτσι με τον θεατή του καμπαρέ που ανεβαίνει στην σκηνή κι επιταχύνει το στριπτήζ της χορεύτριας, βγάζοντάς της μάνι-μάνι τα ρούχα, αλλά με τη σειρά, δηλαδή: με το σέβας από τη μια, αλλά κι επισπεύδοντας από την άλλη την τελετουργία». Απ’ όσο γνωρίζω, σώζεται μόνο μια εφηβική φωτογραφία του στην παραλία∙ με αμάνικη μπλούζα και παντελόνι. Όταν αργότερα ο Μπαρτ έγραφε το Φωτεινό Θάλαμο, ένα έργο σαφώς εμπνευσμένο από το L’Imaginaire του Σαρτρ, δεν είχε ιδέα ποια θα ήταν η μελλοντική τύχη του υπαρξισμού στις παραλίες.
Αυτό δεν είναι τραγούδι #1447
Dj της ημέρας, η Αγγελική Μποζίκη
Στεκόταν εκεί στην άκρη του μόλου ακίνητη, με το λευκό μακρύ φόρεμα να ανεμίζει. Με το χέρι της προσπαθούσε να βάλει σε μια τάξη τα μαλλιά της, αλλά πολύ γρήγορα εγκατέλειψε την προσπάθεια. Από το παράθυρό του, την έβλεπε κάθε απόγευμα την ίδια ώρα να κάνει την ίδια διαδρομή. Από το σπίτι στην άκρη του βράχου στο ακρωτήρι μέχρι το μόλο και μετά πάλι πίσω. Κανείς δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτή. Οι γιαγιάδες του χωριού την έλεγαν αλλοπαρμένη και ξωτικό. Ζούσε πάνω από δέκα χρόνια στο νησί αλλά δεν ήταν ντόπια. Δεν είχε πολλά πολλά με κανέναν. Δεν μιλούσε σε κανέναν παρά μόνο για τα απαραίτητα. Εκείνος είχε έρθει στο νησί πριν ένα χρόνο σαν δάσκαλος και δεν έβλεπε την ώρα να φύγει. Πέντε παιδιά στο σχολείο όλα κι όλα. Και το χειμώνα σε πλάκωνε το σκοτάδι και η σιωπή. Είχε κάτι τούτο το νησί που τον απωθούσε. Από στιγμή σε στιγμή περίμενε την τοποθέτηση του για την επόμενη χρονιά και ήλπιζε να είναι πιο τυχερός φέτος.
Σκεφτόταν πολύ συχνά να πάει στο μόλο και να προσπαθήσει να της πιάσει κουβέντα. Μια δυο φορές έφτασε μέχρι την άκρη του μονοπατιού αλλά γύρισε πίσω. Την είχε συναντήσει και μια δυο φορές στο χωριό αλλά ήταν τόσο απόμακρη. Δεν ήταν πολύ όμορφη. Αδύνατη, ξερακιανή, με εκείνα τα μαλλιά που όταν τα φώτιζε ο ήλιος έλαμπαν και μπλεκόταν κόκκινα και χρυσά μαζί. Του είχε γίνει σχεδόν εμμονή. Τυχαία μια μέρα στο ταχυδρομείο έμαθε ότι την λένε Μαρκέλλα και πως συχνά της έρχονται ολόκληρες κούτες με βιβλία. Υπήρχαν διάφορες ιστορίες στο χωριό για το τι την οδήγησε στο νησί. Αλλά καμία δεν του φαινόταν να στέκει. Στο μεταξύ η γυναίκα γύρισε και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι της. Όπως κάθε απόγευμα χωρίς καμία παρέκκλιση στο πρόγραμμα. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό του. Το πολυπόθητο μήνυμα. Του χρόνου Θεσσαλονίκη. Προς στιγμή ξέχασε τη γυναίκα και άρχισε να σκέφτεται ότι σε λιγότερο από δέκα μέρες επιτέλους τελείωνε το σχολείο και μαζί και η δική του ομηρία. Ξαναγύρισε στο παράθυρο αλλά η γυναίκα είχε εξαφανιστεί. Όπως κάθε απόγευμα.
Την άλλη μέρα μετά το σχολείο και καθώς περπατούσε προς το καφενείο της κυρά Βασιλικής την είδε να μπαίνει στο ταχυδρομείο. Για πρώτη φορά είχε τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά σε έναν ακατάστατο κότσο. Σαν υπνωτισμένος την ακολούθησε. Θα της μιλήσω σκέφτηκε. Ή τώρα ή ποτέ. Στάθηκε πίσω της καθώς εκείνη μιλούσε με τον υπάλληλο και τότε πρόσεξε τα γράμματα ψηλά στην βάση του λαιμού της.
«Ο νους μας είναι αληταριό
που όλο θα δραπετεύει»
Και τότε συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν ότι οι γιαγιάδες στο χωριό είχαν δίκιο. Δεν ήταν του κόσμου τούτου. Ήταν ένα ξωτικό… Ένα αερικό. Και έκανε μεταβολή χωρίς να της μιλήσει. Θα την κρατούσε στη σκέψη του σαν ένα ξωτικό που τον τράβηξε από το χέρι και στροβιλίστηκε μαζί του. Και που χωρίς να το ξέρει, τον βοήθησε να επιβιώσει από εκείνον το χειμώνα.
* * *
Ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com
για να γίνετε ο Dj της ημέρας.
Πόσες φορές δε σκοτώνεσαι στον ύπνο
Δεν περνάς δίπλα απ’ το πτώμα σου ξένος
Δε γίνεσαι θεατής της εκφοράς σου
Μέσα από αμμόλοφους χωρίς τέλος
Ή με πλήθη να συσπούνται
Λες και βλέπουνε rally ή ποδόσφαιρο
Η καινούρια μέρα σε ξαναφέρνει στους ζωντανούς
Οι ζωντανοί με τη γαλήνη τους
Σου ξεριζώνουν τα γένια ένα-ένα
Κινήσεις σπασμένες
Τις ανασυγκολλείς όπως-όπως
Έτσι μόνο για να συμπορεύεσαι
Στον ύπνο πατάς σ’ έδαφος σεισμογενές
Αποφεύγοντας παγίδες σώζεσαι
Τη μέρα τη ζεις αναπόφευχτα
Με την αδυναμία
Που η κάθε βεβαιότητα χαρίζει.