απόλυτο συγχρονισμό εντυπωσιάζουν ή χαρίζουν γέλιο. Ας απολάυσουμε μερικές από αυτές:
Via
from PoNiRidiS http://ift.tt/2kEIWSd
via IFTTT
Ναι, ήταν στο ξεκίνημά της η δεκαετία του ΄80, με όλη την ξενερωσιά της, αλλά υπήρχαμε και εμείς, οι «άλλοι», οι ξεχασμένοι που μας άρεσαν οι προηγούμενες δεκαετίες.
Έχει τελειώσει το καλοκαίρι, υπάρχει αυτή η δυσθυμία του καιρού που αλλάζει, νυχτώνει νωρίτερα και τελικά πολύ καλά κάνει και νυχτώνει, για να ανοίξουν οι προβολείς, να ανοίξουν οι ενισχυτές, να ανοίξουν τα ηχεία, να ανοίξουν οι θύρες να μπεις στο γήπεδο, πολύ κοντά ο ένας στον άλλον, περισσότερο δεν πάει, να γυρίσει το βλέμμα σου στο πέταλο —στην σκεπαστή και στην εξέδρα από πάνω— κι εκεί, κοντά κοντά όλοι, πολλοί, πάρα πολλοί, έτοιμοι, με αγωνία κι ανυπομονησία να βγει στην σκηνή, να ακουστεί το πρώτο ακόρντο της κιθάρας, ώστε όλοι μαζί να σηκώσουνε τα χέρια ψηλά και να αρχίσουν να χορεύουν και να τραγουδάνε.
Βράδυ 12 Σεπτεμβρίου 1981. Στο γήπεδο της Φιλαδέλφειας (που δεν υπάρχει πια), οργανωμένη από το Happening (που ούτε αυτό υπάρχει πια), η συναυλία του Rory Gallagher (κι αυτός πια φευγάτος).
Ήμουν αρκετά κοντή δυστυχώς, αλλά πολύ αδύνατη ευτυχώς, γιατί όλη την συναυλία την έβγαλα στους ώμους του καλού μου, άσε που χοροπήδαγα και χόρευα κιόλας εκεί στα ψηλά που ήμουνα — το τι τράβηξε ο έρμος μάλλον δεν το είχε φανταστεί όταν αποφάσισε να με ερωτευτεί. Αλλά αλήθεια σας λέω, απέσπασα κάποια στιγμή το βλέμμα μου από την σκηνή κι άρχισα να κοιτάω τον κόσμο γύρω μου: αυτό το ατέλειωτο πανηγύρι, την διάχυτη χαρά, την εξέδρα η οποία παλλόταν – πραγματικά πήγαινε πάνω κάτω, όχι λίγο, πολύ!- σκέφτηκα προς στιγμήν ότι θα γίνει καμιά στραβή και θα έχουμε δράματα. Ε, τι το ΄θελα να το σκεφτώ, το δράμα ήρθε από αλλού. Γιατί μπήκαν τα ΜΑΤ στο γήπεδο, ποτέ δεν κατάλαβα. Ήταν άλλες εποχές (ήταν;) πέραν του ότι «αφού περνάτε καλά τσογλάνια, θα σας κάνουμε νταούλια στο ξύλο». Μάτια, μύτες, τρέχανε ποτάμια, τα δακρυγόνα πέφταν σύννεφο. Τα φεγγαρόπαιδα που τραγούδαγε ο Gallagher βρέθηκαν στριμωγμένα στα κάγκελα, αρχίσαμε να τα σκαρφαλώνουμε, κι ήταν από εκείνα τα ρημαδιασμένα που ήταν αιχμηρά στο τέλος της κούρμπας, (ευτυχώς οι αιχμές ήταν από την έξω μεριά, αλλά ψηλά), κι έπρεπε να πηδήξεις από εκεί πάνω για να μην καρφωθείς, καλύτερα δηλαδή με στραμπουληγμένο αστράγαλο παρά κομμένος στην κοιλιά ή όπου αλλού. Κι οι άλλοι από πίσω να βαράνε να εκτοξεύουν δακρυγόνα προς όλες τις κατευθύνσεις. Στο πέταλο να γίνεται επίσης πανικός, αλλά εμείς οι μέσα στο γήπεδο ήμασταν εγκλωβισμένοι. Ειλικρινά, αφού πήδηξα απ τα κάγκελα και δεν τσακίστηκα, δεν θυμάμαι να πατάω γη για να βγω μέχρι έξω, βγήκα λίγο αιωρούμενη, δέκα εκατοστά πάνω από το έδαφος. Και δεν τελείωσε εκεί το πατιρντί. Στους δρόμους τριγύρω, το παιχνίδι κλέφτες και αστυνόμοι ήταν στο απόγειό του. Και να μην θέλω να φύγω, ήθελα να μείνω να δώσω και την μάχη μου. Ε, δεν θα το πιστέψετε, γύρω μας να γίνεται το έλα να δεις, (ή να μην δεις γιατί το μάτι είχε απολέσει την ικανότητα του), κι εγώ να τσακώνομαι με τον καλό μου και να εκτοξεύουμε τσιτάτα ο ένας στον άλλον μέχρις ότου μας εκτοξεύτηκε στα πόδια το δακρυγόνο το καλό, που λες κι είχε το όνομά μας πάνω. Έσκασε εκεί, ανάμεσά μας, η συζήτηση δεν μπορούσε να συνεχιστεί, ήταν το τελικό χτύπημα. Φύγαμε. Δεν ξέρω πόση ώρα περπατάγαμε, δεν ξέραμε και την περιοχή κι είχαμε μπλεχτεί και στα στενά, όπως και να έχει, φτάσαμε κάποτε στον Περισσό. Άλλο μπάχαλο εκεί για το τραίνο. Το πήραμε τελικά, γυρίσαμε με μαύρους κύκλους στα μάτια από όλη την μάσκαρα και τις μπογιές που είχαν τσουλήσει από το κλάμα, πάντως σώοι και σχετικά αβλαβείς.
Κι από τότε, όποτε ακούω Gallagher , δακρύζω. Δεν είναι η συγκίνηση, ή δεν είναι μόνο αυτή. Είναι γιατί εκείνο το δακρυγόνο, όχι το χημικό, το άλλο, το δικό μου, μέσα μου, ενεργοποιείται.
* * *
Οι φωτογραφίες προέρχονται από το αφιέρωμα στη συναυλία του Gallagher στη Νέα Φιλαδέλφεια
στη «Μηχανή του χρόνου».
Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.
* * *
Με αφορμή την έκθεση GR80s. Η Ελλάδα του Ογδόντα στην Τεχνόπολη (25/1,-12/3) στη στήλη δημοσιεύονται τραγούδια (που δεν είναι τραγούδια) της δεκαετίας του ’80.
Το dim/art είναι χορηγός επικοινωνίας της έκθεσης
GR80s, το site
GR80s στο facebook
GR80s στο twitter
* * *
—του Αλέξανδρου Ζωγραφάκη—
Πολλές φορές συνδιαλέγομαι με ήρωες βιβλίων ή με συγγραφείς που έχω αγαπήσει. Μου αρέσει να φαντάζομαι τις αντιδράσεις τους σε δικά μου προβλήματα. Έτσι εξάλλου μου ήρθε η ιδέα να τους βάλω σε κείμενα όπου θα εμφανίζονται σε καταστάσεις μιας πεζής καθημερινότητας. — Α. Ζ.
* * *
Δεύτερο μπουκάλι Ραψάνη. Με τον Μ. Καραγάτση στον «Οικονόμου» στα Πετράλωνα. Το μαγαζί γεμάτο. Φάγαμε κόκκορα κοκκινιστό με μακαρόνια. Ζήτησε έξτρα κεφαλοτύρι. «Δεν ξέρω αν ήμουν ταλέντο. Εγώ τουλάχιστον δεν το έβλεπα έτσι. Αυτό που κατάλαβα από πολύ νωρίς, και σίγουρα το εκμεταλλεύτηκα δεόντως, ήταν η δυνατότητά μου να αποστασιοποιούμαι από τον εαυτό μου. Έχουν ακουστεί πολλά για μένα, αλλά εγώ θα σου πω τη δική μου άποψη για τον Καραγάτση», μου λέει. Μιλάει για τον εαυτό του στο τρίτο πρόσωπο. «Ναι, επίτηδες το κάνω αυτό. Μπορείς να το πάρεις ως έπαρση και να βουλώσεις τ’ αυτάκια σου, πολύ που χέστηκα, αλλά μπορείς και να με ακούσεις πρώτα». Ανάβει ένα ακόμα τσιγάρο. «Η φύση τής μυθοπλασίας είναι τέτοια που σε ωθεί να συνδιαλέγεσαι με τον εαυτό σου. Με το πέρασμα του χρόνου αυτό γίνεται όλο και πιο έντονο. Ακούς το στερεότυπο ότι ξαναδιαβάζεις, λέει, κάτι την άλλη μέρα και βλέπεις τα λάθη. Ε, σιγά σιγά αυτό παύει να ισχύει. Ο συγγραφέας, αργά αλλά σταθερά, χώνει μια σφήνα ανάμεσα στον εαυτό του και σε εκείνον», μου λέει. «Σε εκείνον; Ποιόν εκείνον;» ρωτάω. «Τον παραμυθά. Ο εαυτός σου είναι μια ανερμάτιστη αφηγηματική μηχανή. Φλύαρη, ασίγαστη, νομοτελειακά τετριμμένη. Όλοι την έχουμε. Σε ρωτάω ποιος είσαι και αρχίζεις να μου αραδιάζεις τις παπαριές σου. Φυσικά και δεν πιστεύεις ότι λες παπαριές. Θεωρείς ότι αφηγείσαι θέσφατα γιατί έτσι τα θυμάσαι. Ορκίζεσαι γι’ αυτά μάλιστα. Η μνήμη όμως είναι πλανεύτρα και από τον λίγο Φρόιντ που πρόλαβα να διαβάσω θα σου πω ότι τίποτα δεν είναι ακριβώς σίγουρο — ή, μάλλον, γίνεται ακόμα χειρότερο: τα σίγουρα, οι πιθανότητες είναι ότι δεν τα θυμάσαι. Αυτά που σε καθόρισαν, σε καθόρισαν γιατί σε σημάδεψαν, αλλά αν σε σημάδεψαν μάλλον κάπως τα έχεις παραλλάξει για να αμβλύνεις τον πόνο του σημαδέματος. Άρα τι θυμάσαι; Θυμάσαι τα ανούσια που είναι και ανώδυνα να θυμάσαι. Όλοι τζάμπα μάγκες είμαστε όταν αφηγούμαστε την ιστορία μας. Και οι περισσότεροι αυτόν τον αφηγητή έχουν ως κριτήριο για το τι είναι αφήγηση. Αυτά είναι όμως παπαριές, σου το είπα από την αρχή. Ουδεμία σχέση έχουν με τη λογοτεχνία. Ο παραμυθάς είναι αλλιώς. Είναι μια καλοκουρδισμένη, καλολαδωμένη αφηγηματική μηχανή που γνωρίζει καλά πού θέλει να πάει έστω κι αν δεν έχει υπόψιν της όλες τις λεπτομέρειες για το πώς θα πάει εκεί. Το «πού» το γνωρίζει, το «πώς» το βγάζει στο φτερό. Και το φτερό αυτό δεν είναι άλλο από το κενό ανάμεσα στον εαυτό σου και στον παραμυθά που σου επιτρέπει να βλέπεις με άλλο μάτι τα δικά σου κατασκευάσματα, σχεδόν ταυτοχρόνως με την κατασκευή τους. Καταλαβαίνεις το πρόβλημα; Αν υπάρχει ταλέντο αυτό είναι η μεγάλη χωρικά, και πρόωρη χρονικά, δημιουργία του κενού. Να σου το πω και διαφορετικά το κενό μπας και πάρεις χαμπάρι. Το κενό είναι ο χώρος αυτός που σου επιτρέπει, πάνω στη συγγραφή, να κοντοστέκεσαι και να αναζητάς ακριβώς τη λέξη ή την έκφραση που θέλεις. Στο κενό αυτό ισορροπείς. Εκεί πατάς και ψάχνεις το σωστό βάσει του κριτηρίου που έχεις σμιλέψει. Το κριτήριο εδράζεται στο κενό, που μόνο κενό δεν είναι. Μαγκιά, ε;»
* * *