Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Ο τροβαδούρος της ειρήνης

—της Andrea Schroth / Αντρέα Σροθ | Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου—

Όταν έμαθα χθες τα νέα, ότι επελέγη ο Ντύλαν για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ανησύχησα. Φοβήθηκα μήπως οι συγγραφείς εκλάβουν το γεγονός σαν ένα είδος προσβολής προς την τέχνη τους — παρόλο που η ποίηση αρχικά προοριζόταν για να τραγουδιέται συνοδεία κάποιου μουσικού οργάνου. Αν δεν κάνω λάθος, η προφορική παράδοση προϋπήρχε του γραπτού λόγου. Η λυρική ποίηση και τα έπη επέζησαν επειδή τραγουδιούνταν. Μεταδίδονταν μέσω της φωνής. Η λογοτεχνία πέρασε στη δημόσια σφαίρα μόλις με την αυγή της τυπογραφίας.

Κάθισα και σκέφτηκα λίγο τον θρίαμβο του Ντύλαν και κατέληξα πως η επιλογή αυτή ήταν στην ουσία ένα μήνυμα ενότητας και συντροφικότητας, σε μια συγκυρία πολύ επικίνδυνη, όπου ο φασισμός σηκώνει κεφάλι παγκοσμίως, υποδαυλίζονταςς φόβους και μίση και χωρίζοντας τους ανθρώπους πολύ αποτελεσματικά. Η μουσική αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Είναι κάτι υπερ-, δια-οτιδήποτε. Δεν γνωρίζει σύνορα, ταξιδεύει στα κύματα και ανήκει σε όλους. Είναι ελεύθερη και δημοκρατική. Κάθε τραγούδι μπορεί να γίνει τραγούδι σου — σαν να έχει γραφτεί μόνο για σένα.

Αυτές οι σκέψεις περνούσαν από το μυαλό μου — νομίζω πως η απόφαση είχε να κάνει με την οικουμενικότητα και την «αδελφοσύνη» (σ’ αυτούς τους διχασμένους και τρομακτικούς καιρούς), και με το πώς η μουσική και οι στίχοι του Μπομπ Ντύλαν αντέχουν μέσα στις δεκαετίες, εμπνέουν, ξαναγεννιούνται και ξαναγεννούν (το έργο του το δανείζονται και το ξανατραγουδούν οι περισσότεροι μουσικοί). Τα τραγούδια του δεν γνωρίζουν σύνορα, και πιστεύω πως σχεδόν όλοι ξέρουν να τραγουδήσουν τουλάχιστον δυο-τρεις στίχους του. Και ως συνήθως, η απόφαση της Ακαδημίας δεν ήταν απολιτική.

Ίσως η απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας του 2016 στον Μπομπ Ντύλαν να αποτελεί κάτι σαν προσφορά ειρήνης — μια παράκληση, ενδεχομένως, προς την Αμερική λίγο πριν τις προεδρικές εκλογές. Να πέρασε, άραγε, η πίπα της ειρήνης στα χέρια του Ντύλαν με την ελπίδα πως θα χρησιμοποιήσει τη δύναμή του ως ο κατεξοχήν τροβαδούρος της Αμερικής ενάντια στα σχέδια του Τραμπ για την προεδρία; Αυτό είναι κάτι που ο κόσμος θα ενέκρινε. Και σε μια τέτοια περίπτωση, ο Ντύλαν θα παρέμενε πιστός στην παράδοσή του, που τον θέλει αντι-κομφορμιστή, με πνεύμα κόντρα στο κατεστημένο, να μιλάει ανοιχτά ή να τραγουδάει την αντίθεσή του. Αυτό θα το δούμε.

Στο μεταξύ όμως, και για να μην χάνουμε από τα μάτια μας το πραγματικό μεγαλείο της στιγμής, ίσως η Σουηδική Ακαδημία να προσπαθεί να ενθαρρύνει την Αμερική να δείξει το καλύτερό της πρόσωπο ακριβώς την ώρα που συγκλονίζεται από τη βία, τον διχασμό, τις προκαταλήψεις, την παράνοια, την ώρα που τη χτυπά αλύπητα το τσουνάμι του λαϊκισμού. Αναγνωρίζοντας τη δύναμη του τραγουδιού και του περιεχομένου των στίχων του να φέρουν και να μεταφέρουν νόημα και συναισθήματα προσιτά σε όλους.

Και μοιάζει ακόμα πιο σημαντικό να αναγνωρίζεται η απήχηση του τραγουδιού στην εποχή μας, η οποία κυριαρχείται από την εικόνα εις βάρος του λόγου. Να υποβοηθείται η συνέχεια εκείνης της αμερικανικής παράδοσης αιώνων, που ξεπήδησε από τα τραγουδισμένα ποιήματα, τους ύμνους, και αργότερα εξελίχθηκε σε μπαλάντες, που εμπλουτίστηκαν ακόμα περισσότερο χάρη στα γκόσπελ, τα μπλουζ, την τζαζ, τη φολκ και την κάντρι, για να φτάσει στον λεκτικό παροξυσμό της ραπ… Το Βραβείο Νόμπελ που απονεμήθηκε στον τραγουδιστή-κιθαρίστα-τραγουδοποιό Μπομπ Ντύλαν είναι μια αποθέωση του απλού καθημερινού λόγου, που μιλά σε όλους και για όλους.

Ο Μπομπ Ντύλαν τραγουδά για τον καθένα, τραγουδά για ό,τι μένει ατραγούδιστο. Διατρέχει σύνορα και γενιές, like a rolling stone. Το όνομα αυτού του νομπελίστα είναι  αναγνωρίσιμο σχεδόν απ’ όλους, μεγάλους και μικρότερους. Είναι κάτι το εντελώς καινούργιο. Χαίρε, Δημοκρατία της Ροκ!

Ζήτω ο Ντύλαν!

Αθήνα, 14 Οκτωβρίου 2016

keep-calm-and-listen-to-bob-dylan

* * *

English version: Peaceful troubadour

«Όλα τα πρόσωπα στα τραγούδια μου είμαι εγώ» — ένα αφιέρωμα του dim/art στον Μπομπ Ντύλαν

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο


Στο:Βιβλίο Tagged: Andrea Schroth, Bob Dylan, Αντρέα Σροθ, Λογοτεχνία, Μπομπ Ντύλαν, Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Μουσική, Ντόναλντ Τραμπ, Νόμπελ Λογοτεχνίας, βιβλίο

from dimart http://ift.tt/2eFzPi7
via IFTTT

Peaceful troubadour

— by Andrea Schroth—

Yesterday I was preoccupied when I heard the news that Bob Dylan was elected Nobel Laureate. I was worrying that writers might take this as some sort of insult to their craft – even though poetry was originally sung in verse and accompanied by a musical instrument. If I’m not mistaken, oral tradition pre-existed the written word – odes and narratives survived because they were scanned and singable. They were transmitted vocally and not until the advent of the printing press did literature enter the public domain. I gave Dylan’s triumph a think and decided this choice was really a message for unity and fellowship at a very dangerous moment when fascism is on the rise worldwide, fueling fear and hatred, dividing people very effectively. Music is an integral part of our cultural heritage. It is trans- , cross- everything; it knows no frontiers, travels on waves and belongs to everybody. It is free and democratic. Any song can be your song – as if written just for you.

This is what is going through my head – I think the decision has something to do with universality and ‘brotherhood’ (in these torn and terrifying times) and how Bob Dylan’s music & lyrics resist over the decades, inspire and re-generate (his work is borrowed from and re-sung by most vocal artists). His songs are boundaryless and I believe just about everyone can sing at least a couple of lines of a Dylan tune.

As usual, the decision at Stockholm was not apolitical. Maybe awarding Bob Dylan the Nobel Prize for Literature in 2016 is a kind of peace offering – to imploding America just before the upcoming presidential elections? The pipe has passed to Dylan in the hope he might use his powers as America’s bard to denounce Donald Trump’s presidential designs? The world would approve of that. And in so doing, Dylan would remain true to his legacy of non-conformist, anti-establishment thinking and action by speaking, or singing out in dissent. We’ll see about that.

In the meantime, not to lose sight of the true magnitude of the moment, just maybe the Swedish Academy is trying to encourage America to show her best face at the very moment she is utterly racked by violence, division, prejudice and paranoia… and slammed by tidal populism. By acknowledging the power of song and its lyric content to bear and convey meaning and emotion that is accessible to all.

It seems all the more important to recognize song’s resonance in our non-literate, visually besieged era. By supporting the continuance of a centuries-old American tradition that sprung from song poems, chants then later evolved into ballads, to be further enriched by Gospel, Blues, Jazz, Folk and Country music to reach a kind of verbal paroxysm in Rap… The Nobel Prize awarded to singer-guitarist-songwriter Bob Dylan is a celebration of the vernacular that speaks of and to all folks.

Bob Dylan sings for everyman, he sings for the unsung. He crosses borders and generations, just like a rolling stone. This is one Nobel prize-winner whose name is recognizable to pretty much everyone, young and old. That may be something of a first. Hail to the Republic of Rock!

Bless Dylan

Athens, October 14, 2016

keep-calm-and-listen-to-bob-dylan

* * *

Greek version: Ο τροβαδούρος της ειρήνης

More dim/art in english

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

 


Στο:dim/art in english Tagged: Andrea Schroth, Bob Dylan, Donald Trump, Literature, Music, Nobel Prize

from dimart http://ift.tt/2eFzDiP
via IFTTT

Η δικαιοσύνη αφουγκράζεται το κλίμα

Κυριολεξίες #61

—της Εύης Τσακνιά—

heard-it-through-the-grapevine

Η δικαιοσύνη αφουγκράζεται το κλίμα

(I heard it through the grapevine = την άκουσε στ’ αμπέλια)

#tip: πατήστε πάνω στην εικόνα —όχι να πατήσετε εσείς, κάντε απλώς κλικ— για να τη δείτε σε μεγάλο μέγεθος

Εδώ άλλες κυριολεξίες από την Εύη Τσακνιά και το dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter


Στο:Κυριολεξίες Tagged: Εύη Τσακνιά

from dimart http://ift.tt/2dfF9Za
via IFTTT

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016

Bob Dylan Blues

syd-bob

Αυτό δεν είναι τραγούδι #829
Dj της ημέρας, η Μαρίκα Τσεβά

«Το Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Bob Dylan;! Τα ύστερα του κόσμου!»

Έτσι αντέδρασε μία μεγάλη μερίδα του κοινού στην είδηση που τάραξε τα πολιτιστικά νερά των ημερών. Κάποιοι έχουν σοβαρές αντιρρήσεις, με επιχειρήματα. Οι περισσότεροι απλώς κανιβαλίζουν με τον γνωστό τρόπο των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης: όλα τα κρέατα απάνω στον πάγκο του χασάπη. (Η πλάκα είναι πώς εκείνοι που έχουν κυριολεκτικά αφρίσει, ανάθεμα κι αν έχουν ακούσει από Dylan κάτι παραπάνω από το “Blowin’ in the Wind”, κι αυτό από φάλτσο κιθαρωδό γύρω από κάποια φωτιά ένα βράδυ της αχαλίνωτης νιότης τους σε μοναχική αιγαιοπελαγίτικη παραλία. Οι παντός καιρού «ειδικοί» του παντός. Πρέπει να πάρουν θέση, ντε και καλά. Λες και θα τους την πάρει κανείς έτσι και πουν «δεν έχω άποψη». Αμ δε! «Όχι μόνο έχω άποψη, αλλά είναι και ανυπερθέτως σωστή, ρε γίδια!» Αυτά ζούμε.)

Η μόνη σοβαρή ένσταση είναι η εξής: είναι ο Bob Dylan λογοτέχνης; Το ζήτημα, δηλαδή, ανάγεται στο πώς ορίζει κανείς τη λογοτεχνία. Αντιγράφω τον ορισμό από το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής για να μπει μια βάση στη συζήτηση: «λογοτεχνία = η καλλιέργεια του έντεχνου λόγου, τα γραπτά κείμενα που δεν περιορίζονται στην επικοινωνία αλλά παράγονται με αισθητικές αξιώσεις και αναζητήσεις ποιοτήτων και αξιών». Μάλιστα, καλώς. Συνεπώς, λογοτέχνες είναι οι μυθιστοριογράφοι, οι διηγηματογράφοι, οι ποιητές. Οι θεατρικοί συγγραφείς; Κι αυτοί· άλλωστε αρκετοί έχουν βραβευτεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, π.χ., Eugene O’Neill, Samuel Beckett (ο οποίος, βέβαια, δεν έγραψε μόνο θεατρικά, αλλά το σκεπτικό της βράβευσης αφορούσε και αυτά) Dario Fo, Harold Pinter. Οι δημοσιογράφοι; Κι αυτοί, αν τα κείμενά τους πληρούν τους περιορισμούς του ορισμού. Προφανώς έτσι σκέφτηκε και Σουηδική  Ακαδημία για να βραβεύσει πέρσι τη δημοσιογράφο Svetlana Alexievich. Οι στιχουργοί; Εδώ είμαστε! Είναι οι στιχουργοί λογοτέχνες; Ας το εξετάσουμε.

Προϋπόθεση: ως λογοτέχνης ορίζεται εκείνος που συνταιριάζει τις λέξεις όχι για να επικοινωνήσει, αλλά για να εκφράσει –με αισθητικές αξιώσεις– ποιότητες και αξίες. Αν συμφωνούμε ως εδώ, τότε δεν αρκεί να δουλεύεις με τις λέξεις για να νοείσαι λογοτέχνης. Συνεπώς, λογοτέχνες δεν είναι οι δικηγόροι, οι συμβολαιογράφοι, εκείνοι που βιοπορίζονται συμπληρώνοντας αιτήσεις έξω από το ΙΚΑ, κ.λπ. Λογοτέχνες δεν είναι οι γραφείς και οι αντιγραφείς. Λογοτέχνες δεν είναι όσοι κολλάνε post-it στο ψυγείο με περιεχόμενο του τύπου «μην ξεχάσεις να πάρεις γάλα». (Προσοχή εδώ: αν το post-it γράφει: “For sale: baby shoes, never worn”, και το κείμενο δεν προορίζεται για μικρή αγγελία –αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά: η χρηστικότητα–, τότε ο συντάκτης σαφώς δικαιούται να λογαριάζεται για λογοτέχνης.) Τέλος πάντων, επειδή ο κατάλογος είναι μακρύς, σταματάω εδώ, ελπίζοντας ότι χοντρικά την ορίσαμε τη διαφορά μεταξύ του λογοτέχνη και του χρήστη του γραπτού λόγου: ο πρώτος κάνει τέχνη, είναι τεχνίτης του λόγου· ο δεύτερος χρησιμοποιεί τον λόγο για να κάνει τη δουλειά του.

Εντάξει, αλλά οι στιχουργοί; Λογοτέχνες κι αυτοί; Εξαρτάται. Αν μιλάμε για περιπτώσεις όπως ο Όμηρος (τα Έπη ήταν καταρχάς τραγούδια) ή ο Βιτσέντζος Κορνάρος (ο Ερωτόκριτος δεν ήταν καταρχάς τραγούδι, αλλά έτσι πέρασε στο στόμα του κόσμου), ναι· κατηγορηματικά ναι. (Δεν φαντάζομαι να υπάρχει άνθρωπος που θα είχε αντίρρηση να δοθεί το Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Όμηρο – αν ζούσε, γιατί οι μακαρίτες, λέει ο κανονισμός, αποκλείονται από τη βράβευση.) Αλλά ακόμα κι αν μιλάμε για περιπτώσεις όπως ο Κώστας Βίρβος, ο Νίκος Γκάτσος (όχι για την Αμοργό, για τα  τραγούδια) ή ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, πάλι ναι (αν και εδώ δεν θα βρω πολλούς να συμφωνήσουν μαζί μου). Και όμως, βάσει του ορισμού επί του οποίου στηρίζω το επιχείρημα, είναι λογοτέχνες. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρότεινα τον Παπαδόπουλο για το Νόμπελ. Όχι, δεν θα τον πρότεινα γιατί δεν είναι του ίδιου μεγέθους με τον Dylan. Πολύ καλός στιχουργός, αλλά σε μικρή αγορά και με σαφώς μικρότερη –αναλογικά– επίδραση ακόμα και σε αυτή την μικρή αγορά. (Θα το σκεφτόμουν, όμως, περισσότερο να προτείνω τον Διονύση Σαββόπουλο, γιατί είναι κάποιος που μπορεί να μπει –υπό κλίμακα– στην ίδια πρόταση με τον Dylan. Τελικά, ούτε τον Σαββόπουλο θα πρότεινα, αλλά μόνο και μόνο επειδή είμαι ρεαλίστρια.)

Κι εδώ μπορεί να αναρωτηθεί (καλοπροαίρετα, πάντα) κάποιος: «Και σε τι διαφέρει ο Dylan από τον Παπαδόπουλο; Στιχάκια γράφουν κι οι δύο». Εδώ βρίσκεται το δεύτερο κομβικό σημείο του θέματος: διαφέρουν. Πολύ. Ο Dylan σηματοδότησε την εξέλιξη του σύγχρονου αμερικανικού (και εντέλει παγκόσμιου) τραγουδιού κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα όσο κανένας από τους ομότεχνούς του (δηλαδή, τους τραγουδοποιούς, όχι τους στιχουργούς). Άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού όχι μία, όχι δύο, αλλά τρεις φορές. Ο Dylan προκάλεσε Αλλαγή Παραδείγματος στο σύγχρονο τραγούδι! (Για περισσότερα, μπορείτε να ανατρέξετε σε ένα παλιό βιβλίο, του 1979, που μόλις φέτος μεταφράστηκε στα ελληνικά από τη Χίλντα Παπαδημητρίου και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα: Μια Γενιά σε Κίνηση. Μουσική και Πολιτισμός τη Δεκαετία του ’60.) Ο Dylan δεν είναι «στιχουργός», ούτε «ποιητής» (κι ας διδάσκονται τα λόγια του σε πανεπιστήμια)· είναι τραγουδοποιός με καθοριστική επίδραση στη λαϊκότερη μορφή τέχνης του 20ου αιώνα, το τραγούδι. Υπό αυτή την έννοια, ναι, είναι και λογοτέχνης.

Ανάμεσα στα αντεπιχειρήματα, ακούστηκε και ότι με την ίδια λογική πρέπει να πάρουν το Νόμπελ Λογοτεχνίας οι Pink Floyd ή ο Leonard Cohen. Για τους πρώτους, ούτε ως αστείο: καμία σύγκριση. Για τον δεύτερο, δεν θα είχα αντίρρηση – αλλά οπωσδήποτε μετά τον Dylan. Ο Cohen είναι τραγουδοποιός (και ποιητής και συγγραφέας) υψηλότατου επιπέδου, αλλά δεν έχει την επίδραση του Dylan στη μαζική κουλτούρα, σε καμία περίπτωση. (Προς τιμήν του, ο μέγας Cohen δήλωσε για τη βράβευση του Dylan: «Είναι σαν να καρφιτσώνεις ένα μετάλλιο στο Έβερεστ επειδή είναι το υψηλότερο βουνό».) Από τη στιγμή που η Σουηδική Ακαδημία αποφάσισε να διευρύνει το πεδίο των προς βράβευση λογοτεχνών προς την κατεύθυνση του τραγουδιού, η αυτονόητη, η μόνη επιλογή ήταν ο Dylan. Και αυτό δεν σας το λέω ως τρελή οπαδός του (δεν είμαι: όταν άρχισα να ακούω συνειδητά μουσική, τα καλά χρόνια του Dylan ανήκαν ήδη στο παρελθόν), ούτε ως τρελαμένη γριά χίπισσα (αυτό κι αν δεν είμαι!). Το λέω εξετάζοντας τα δεδομένα εν ψυχρώ. Από τη στιγμή που οι Σουηδοί αποφάσισαν να διευρύνουν το πεδίο, και η περσινή επιλογή τους (προς τη δημοσιογραφία) και η φετινή (προς την τραγουδοποιία) ήταν οι ενδεδειγμένες.

Κι εδώ θα πεταχτεί κάποιος και θα πει: «Ναι, αλλά πού θα σταματήσει αυτό; Μήπως του χρόνου το δώσουν σε κάποιον που γράφει μόνο στο Facebook ή στο Twitter;» Δεν αποκλείεται. Μπορώ να το φανταστώ (αν και δεν το θεωρώ πιθανό). Αν πληροί τους περιορισμούς του ορισμού, γιατί όχι; Επίσης μπορώ να φανταστώ εξίσου εύκολα να βραβεύεται ένας σεναριογράφος (π.χ., ο Woody Allen), όχι μόνο του κινηματογράφου, αλλά και της τηλεόρασης. (Για να προλάβω τις ενστάσεις που στηρίζονται ότι για τον κινηματογράφο υπάρχουν άλλα βραβεία, να πω ότι δεν μπορούσε ποτέ ο Roth, λ.χ., να πάρει Όσκαρ Σκηνοθεσίας, αλλά θα μπορούσε να πάρει Όσκαρ Σεναρίου, όπως άλλωστε έχουν όντως πάρει άλλοι λογοτέχνες που καταπιάστηκαν και με το σενάριο. Έχουν ακουστεί ποτέ αντιρρήσεις για τις βραβεύσεις αυτές; Όχι, φυσικά. Γιατί υπήρχε Λόγος! Ε, και στον Dylan υπάρχει! Γιατί του έδωσαν το Νόμπελ Λογοτεχνίας – ή μάλλον, και γι’ αυτό.) Εν ολίγοις, υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας μπορεί να είναι οποιοσδήποτε υπηρετεί μία εκ των καλών τεχνών (και όχι μόνο: ήδη έχει βραβευτεί μία δημοσιογράφος), συστατικό της οποίας είναι και ο λόγος  –υπό τον όρο, βέβαια, ότι το έργο του είναι αρκούντως σημαντικό· αυτό δεν αλλάζει. Αλλάζουν όμως πολλά άλλα. Έτσι προχωράει ο κόσμος.

Ναι, οι καιροί αλλάζουν – αυτή είναι η δουλειά τους!

Φτάνει, όμως, το παραξήλωσα: η εισαγωγή κατάντησε το κυρίως θέμα και το κυρίως θέμα αναγκαστικά θα γίνει (κατευθείαν) ο επίλογος. Γιατί ξεκίνησα να σας πω για ένα (σχετικό με το θέμα, αναμφίβολα) τραγούδι (που δεν είναι τραγούδι).

Ο Syd Barrett ήταν ο ιδρυτής και αρχηγός των Pink Floyd στην πρώτη (και, για κάποιους, την πιο ενδιαφέρουσα) φάση τους. Όχι απλώς ταλαντούχος, αλλά ιδιοφυής! Δυστυχώς τρελάθηκε νωρίς, απομονώθηκε, πέθανε. Γνωστά όλ’ αυτά. Εκείνο που δεν είναι πολύ γνωστό είναι ένα τραγούδι που είχε γράψει, σύμφωνα με τον μύθο, αμέσως μετά την παρακολούθηση μιας συναυλίας του Bob Dylan το 1964. (Τότε ενδιαφερόταν για τα blues, αλλά σύντομα του πέρασε.) Στο τραγούδι αυτό, το “Bob Dylan Blues”, κάνει πλάκα στον πρώιμο Dylan για το στιλ του και την εμπορική του επιτυχία (όπως εύκολα θα διαπιστώσετε με μια ματιά στους στίχους που θα βρείτε παρακάτω), αλλά ταυτόχρονα δεν κρύβει τον θαυμασμό του για τα τραγούδια του. (Η αγάπη δεν κρύβεται· φαίνεται!)

Το είχε ηχογραφήσει το 1965 για τον σόλο δίσκο του με τίτλο Barrett, αλλά τελικά έμεινε απέξω. Το είχε, όμως, γράψει νωρίτερα, πριν καν υπογράψει συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρεία. Τέλος πάντων, δεν μπήκε στον δίσκο, παράπεσε και χάθηκε μέχρι που το βρήκε θαμμένο στο προσωπικό του αρχείο ο David Gilmour, ο κιθαρίστας που είχε αντικαταστήσει τον Barrett στους Pink Floyd. Κυκλοφόρησε στο 2001 στη συλλογή The Best of Syd Barrett: Wouldn’t You Miss Me?

Ναι, ρε Syd, θα μας έλειπες. Μας λείπεις. Θα μας λείπεις για πάντα. (Αυτό είναι το δικό σου Νόμπελ). 

Bob Dylan Blues

Got the Bob Dylan blues
And the Bob Dylan shoes
And my clothes and my hair’s in a mess
But you know I just couldn’t care less

Goin’ to write me a song
’Bout what’s right and what’s wrong
’Bout god and my god and all that
Quiet while I make like a cat

’Cause I’m a poet, don’t ya know it
And the wind, you can blow it
Cause I’m Mr. Dylan, the king
And I’m free as a bird on the wing

Roam from town to town
Guess I get people down
But I don’t care too much about that
’Cause my gut and my wallet are fat

Make a whole lotta dough
But I deserve it though
I’ve got soul and a good heart of gold
So I’ll sing about war in the cold

’Cause I’m a poet, don’t ya know it
And the wind, you can blow it
Cause I’m Mr. Dylan, the king
And I’m free as a bird on the wing

Well I sing about dreams
And I rhymes it with “seems”
’Cause it seems that my dream always means
That I can prophesy all kinds of things

Well the guy that digs me
Should try hard to see
That he buys all my discs and a hat
And when I’m in town, go see that

’Cause I’m a poet, don’t ya know it
And the wind, you can blow it
Cause I’m Mr. Dylan, the king
And I’m free as a bird on the wing

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter


Στο:Αυτό δεν είναι τραγούδι Tagged: Bob Dylan, Λογοτεχνία, Μαρίκα Τσεβά, Μουσική, Pink Floyd

from dimart http://ift.tt/2ej1QIW
via IFTTT

Documenta 14 και Joseph Beuys

0477bbc7aef7eeec3ce96b253342266e

—της Δωροθέας Κοντελετζίδου— 

Ο Joseph Beuys θέλησε να κάνει την τέχνη όργανο μιας ανάστασης, αυτή της ανθρώπινης μονάδας. Η πρόταση είναι απλή.

Επέφερε την ενθουσιώδη προσχώρηση των μαθητών του, την ειρωνεία των κακολόγων, αλλά ποτέ την αδιαφορία των Γερμανών.

Ο θάνατος του χαιρετίσθηκε στη χώρα του «ως η εξαφάνιση ενός γερμανικού φαινομένου».

Τον συγκρίνανε με το Durer,  η θέληση του  να κοινωνήσει τη χριστιανική πίστη στη εφικτή αναγέννηση του κάθε ανθρώπου εμψυχώθηκε από τον  Beuys  με τη διατύπωση της  «διευρυμένης έννοιας της τέχνης».

Με την επιθυμία να  αποκαταστήσει την αρχέγονη ταυτότητα του θεού και του ανθρώπου χρησιμοποιώντας την εξουσία του δημιουργείν που ο θεός είχε δώσει στον άνθρωπο, σε αντίθεση με το creatura non potest create του Αγίου Αυγουστίνου, ο Beuys, όπως και ο Durer, στράφηκε στη Γερμανία και στο σημερινό κόσμο· «κάθε άνθρωπος είναι καλλιτέχνης» — και επεξηγεί: δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος είναι καλός ζωγράφος, αυτό απλά σημαίνει τη δυνατότητα του ανθρώπου να αυτό-προσδιορισθεί «διότι αυτή τη φορά δεν είναι ο θεός που βοηθάει τον άνθρωπο, όπως συνέβη στο Γολγοθά. Αυτή τη φορά είναι ο ίδιος ο άνθρωπος που οφείλει να επιφέρει την ανάσταση». (1)

Αυτό που συνταράσσει στο έργο και στη δράση του Beuys δεν είναι ούτε οι δράσεις του στο Fluxus, που καταχωρήθηκαν ως μια γενική αναζήτηση των ορίων της τέχνης, ούτε τα σχέδια του.

Είναι, πιστεύω, αυτή η αφθονία δηλώσεων που μαρτυρά τη σημασία που απέδιδε στον εκφερόμενο λόγο για το πλαστικό αντικείμενο.

Η δίνη του λόγου του, μπορούμε να πούμε ότι πληροί τη σιωπή του Marcel Duchamp.

Το έργο «η σιωπή του Marcel Duchamps έχει υπέρ-αξιολογηθεί» αποτέλεσε μια κριτική, σημειώνει ο Beuys, «διότι τη στιγμή που θα έπρεπε να αναπτύξει μια θεωρία, βασισμένη στο έργο του, σιώπησε  και τη θεωρία που θα μπορούσε να αναπτύξει την αναπτύσσω εγώ σήμερα…αντίθετα ανυψώθηκε σ’ ένα βάθρο λέγοντας «κοιτάξτε πως ξαφνιάζω τους αστούς»!

Αντίθετα, συνεχίζει ο καλλιτέχνης, «το πιο σημαντικό στοιχείο γι’ αυτόν που κοιτάζει τα αντικείμενα μου, είναι η βασική μου θεώρηση: κάθε άνθρωπος είναι καλλιτέχνης. Αυτή είναι η συνεισφορά μου στην Ιστορία της Τέχνης ή ακόμα «το σημαντικότερο τμήμα της δουλειάς μου είναι αυτό που αφορά στις ιδέες» (2)

Τα αντικείμενα λοιπόν, ή οι δράσεις του δεν πρέπει να γίνονται αντιληπτά ως έργα που έχουν ένα αυτοσκοπό. Έχουν συλληφθεί για να διαβασθούν ως επαναλήψεις του μηνύματος: εσύ κοιτάζεις, είσαι ένας καλλιτέχνης επίσης.

Αυτή η βασική θεώρηση φέρνει στην επιφάνεια μια κυρίαρχη και συγχρόνως κλασική αντίληψη της τέχνης, ότι η φόρμα δεν είναι παρά το μέσο της ιδέας.

Ενώ με τη διατύπωση, όταν «λέω γλυπτική, η γλυπτική αρχίζει στη σκέψη και εάν η σκέψη δεν είναι ακριβής, οι ιδέες είναι κακές και η γλυπτική επίσης, η ιδέα της γλυπτικής και η φόρμα είναι το ίδιο και το αυτό», (3) βασίστηκε το σύστημα του Beuys, δηλαδή στην απόλυτη βεβαιότητα μιας απόλυτης διαφάνειας της φόρμας και της ύλης σε σχέση με την ιδέα.

Με αυτόν τον τρόπο παρουσιάζει ένα τεράστιο πλεονέκτημα, να επιτρέπει στον καλλιτέχνη κεραυνοβόλες δημιουργίες στις οποίες η φόρμα είναι πάντα τέλεια με την ιδέα.

«…Το λίπος αποτέλεσε για μένα μια μεγάλη ανακάλυψη (…) μπορούσα να το επηρεάσω με τη θερμότητα ή τη ψυχρότητα (…) μπορούσα να αλλάξω έτσι το χαρακτήρα αυτού του λίπους από μια συνθήκη χαοτική και ρευστή σε μια συνθήκη  μιας φόρμας περισσότερο σκληρής. Με αυτόν τον τρόπο το λίπος μετακινιόταν  από μια χαοτική συνθήκη σε μια κίνηση για να καταλήξει σ’ ένα γεωμετρικό περιεχόμενο. Έτσι ώστε να έχω τρία δυναμικά πεδία και εδώ βρίσκεται η ιδέα της γλυπτικής (…)

Τα τρία στοιχεία, φόρμα, κίνηση και χάος ήταν μία μη καθορισμένη ενέργεια από την οποία και κατέληξα στη θεωρία μου για τη γλυπτική, τη ψυχολογία της ανθρωπότητας ως εξουσία της ευαισθησίας και έτσι βρήκα ότι εδώ βρισκόταν και το πλήρες σχήμα για να κατανοήσω όλα τα προβλήματα της κοινωνίας».

Το λίπος, έγινε λοιπόν, μέσα από όλες του τις μορφές η πιο πλήρης αναπαράσταση της σχηματοποίησης (gestaltung), σκοπός το πέρασμα μιας ακαθόριστης κατάστασης ή «χαοτικής ενέργειας», σε μια καθορισμένη κατάσταση.

Στην πραγματικότητα η έννοια του gestaltung στον Beuys είναι «η ανάσταση της έννοιας», την οποία είχε θάψει η σιωπή του Marcel Duchamp.

Αυτή η σιωπή εξαπλώθηκε και αναπαράχθηκε ως μια ασθένεια «από τον Mario Merz ή τον  Kounellis, μέχρι την επιστροφή του εξπρεσιονισμού, αυτή η σιωπή του Marcel Duchamp, οδηγεί τους καλλιτέχνες να παράγουν «αντικείμενα» χωρίς συνέπειες.

Οι αναπαραστάσεις τους είναι απογυμνωμένες έννοιας και είναι αυτή η απουσία έννοιας που επιτρέπει στους ιστορικούς της τέχνης να μαστορεύουν έννοιες χωρίς συνέπεια». (4)

Και συνεχίζει, αυτό το οποίο δεν κατάλαβαν αυτοί οι καλλιτέχνες «είναι ότι πρόκειται να δημιουργήσουν κάτι το οποίο αναφέρεται στη σκέψη και στην ανάπτυξη μιας ιδέας ώστε στη συνέχεια να καταλήξει σε μια πρακτική ιδέα στην κοινωνία».

Αντίθετα το έργο ή η δράση του Beuys ως θεωρητική διαδικασία και πέρασμα από το απροσδιόριστο  στο προσδιορισμένο ζητά την έκθεση, την παρουσίαση αυτής της διαδικασίας που είναι η σχηματοποίηση και της οποίας σκοπός είναι αυτή η ίδια.

Η διευρυμένη σύλληψη της τέχνης είναι λοιπόν αυτή η ανάσταση της έννοιας  ως ολοκληρωτική σχηματοποίηση και κατ’ επέκταση, αυτή η αντίληψη της έννοιας εξαπλώνεται σε όλα τα προβλήματα της κοινωνίας.

Σύμφωνα με τον Beuys το ερώτημα είναι η ικανότητα του καθενός στον τόπο εργασίας, η ικανότητα μιας νοσοκόμας, ενός χωρικού να γίνουν μια δημιουργική εξουσία και να την αναγνωρίσουν ως τμήμα μιας καλλιτεχνικής υποχρέωσης που θα φέρουν εις πέρας.

Η σχηματοποίηση λοιπόν του κόσμου στο τόπο εργασίας του είναι υποχρέωση του καθενός η οποία, εκτιθέμενη, γίνεται «ανάσταση της έννοιας» και κατά συνέπεια σύμφωνα πάντα με τον Beuys, ανάσταση του Χριστού, «το ανθρώπινο ον ως καλλιτέχνης, είναι δημιουργός».

Γι’ αυτό λοιπόν η σχηματοποίηση μέσα από την έκθεσής της παράγει αυτό το σχήμα, το οποίο οφείλουμε να το ανασύρουμε, να το αποσπάσουμε, να το παρουσιάσουμε στους ανθρώπους ώστε να αναγνωρισθούν σ’ αυτό, να το αναγνωρίσουν ως μια  αναγκαιότητα, την πλέον εσωτερική που είναι «η ελευθερία, η υπεροχή του εγώ».

Η έκθεσή της θρυμματίζει τη σιωπή που την περιβάλλει, αυτή η ίδια σιωπή   από την οποία περιβάλλεται  η πράξη από την οποία ο Χριστός απελευθέρωνε τον άνθρωπο ως δημιουργό. Διότι το σχήμα εκτιθέμενο συναντά άμεσα τη μίμηση μέσα στο λόγο.

Η θεωρία, δηλαδή, του έργου ως διαδικασία της έκθεσης, αλλά και συγχρόνως της έκθεσης των άλλων μέσα από την ενεργητική διάδοση της από την οποία απορρέει ότι «κάθε άνθρωπος είναι καλλιτέχνης» αφού και «ο λόγος είναι γλυπτική». (5)

Κατά συνέπεια, ότι αφορά στην δημιουργικότητα είναι αόρατη, είναι ουσία καθαρά πνευματική. Και αυτή η εργασία με το αόρατο είναι που ονομάζει κοινωνική γλυπτική. Αυτή η εργασία με το αόρατο  είναι το κατ’ εξοχή πεδίο του Beuys.

Με τη σκέψη ότι αρχικά δεν υπάρχει τίποτα να δει, παρά μόνο κατά τη διαδικασία της ενσάρκωσης, εμφανίζεται ως γλώσσα (language) και ξυπνά σε κάθε άνθρωπο τη συνείδηση του εγώ, μια θέληση επιβεβαίωσης του εγώ.

I Like America and America Likes Me 1974.jpg

I Like America and America Likes Me, 1974

Μπορούμε λοιπόν χάρη του Beuys να επανα-εφεύρουμε το μυστήριο της ενσάρκωσης. Η επανάληψη του όμως, παρουσιάζει όλα τα σημάδια μιας παιδαγωγικής, που είναι ταυτόχρονα επίπεδη και ανησυχητική.

Αφενός η γλυπτική ή η κοινωνική πλαστικότητα του Beuys δίνεται ως θεραπεία του κοινωνικού ιστού μέσα από τη φράση «μ’ ενδιαφέρει περισσότερο  το είδος της θεωρίας που προκαλεί ενέργεια στους ανθρώπους και τους οδηγεί σε μια γενική συζήτηση των σημερινών προβλημάτων, διότι είναι περισσότερο μια θεραπευτική μέθοδος».

Αφετέρου, επιβάλλεται ως φυσική θεραπεία όχι από το λόγο αλλά από τη γλώσσα.

Στο λόγο του στο Μόναχο, το 1985, φαντάζεται τον εαυτό του καταβεβλημένο, πεθαμένο και θαμμένο αλλά αναστημένο στη γερμανική γλώσσα. Είναι από τον τάφο του που απευθύνεται στους Γερμανούς: «Χρησιμοποιώντας τη γερμανική γλώσσα θα κατορθώσουμε να διατηρηθούμε οι μεν με τους δε και, θα ανακαλύψουμε  ότι μιλώντας μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να βρούμε τη φυσική θεραπεία (γιατρειά), αλλά επίσης θα νοιώσουμε ένα βαθύ συναίσθημα αυτού που συμβαίνει στο έδαφος που ζούμε, αυτού που πεθαίνει στα χωράφια, στα δάση, στα λιβάδια, στα βουνά.

Η επανεμψύχωσή μας θα μας επιτρέψει μέσα από τη γλώσσα να πάρουμε αυτό το έδαφος μαζί μας. Αυτό σημαίνει ότι χάρη σ’ αυτό το έδαφος όπου γεννηθήκαμε θα κατορθώσουμε μια σωτήρια διαδικασία». (6)

Η μορφοποίηση είναι λοιπόν μια συνεχής ανάσταση: δεν πεθαίνει παρά μόνο για να αναγεννηθεί ακατάπαυστα.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η οικολογία του Beuys είναι μια οικολογία της μορφοποίησης, ως έδαφος και ως γλώσσα, δηλαδή, ως λαός «η έννοια του λαού είναι ουσιαστικά συνδεδεμένη με τη γλώσσα του». (7) Και, ίσως επειδή δεν είναι καθορισμένη από αυτό που λέμε «καλλιτεχνικό χάρισμα», αλλά χαραγμένη από τη γλώσσα, οδηγεί τον καλλιτέχνη να πει μια ημέρα στον εαυτό του «το χάρισμα σου είναι να δώσεις ένα άλμα στην υποχρέωση που θα έχει να εκτελέσει ο λαός. Άρχισα την αναζήτηση  στη σκέψη μου, όσο αφορά στη γλώσσα και βρήκα αναφορές που παρουσιάζονται ως εξής: ο γερμανικός λαός έχει, το έχουμε ήδη επισημάνει, τη δύναμη της ανάστασης. Αυτό βέβαια ισχύει και για άλλους λαούς. Η δύναμη μας όμως θα αναπτυχθεί σ’ ένα κοινωνικό ιστό ριζικά ανανεωμένο. Πρέπει να αναπτυχθεί, διότι είναι υποχρέωση μας, όπως και άλλων λαών» (8).

Ο Beuys δεν αμφισβητεί «ότι υπάρχει κάτι που περιμένουν από εμάς, κάτι στο οποίο θα μπορούν να ελπίσουν από τους Γερμανούς και κατά συνέπεια από τη χώρα, κάτι που απορρέει μόνο από το πνεύμα αυτής της γλώσσας που μιλάμε και η οποία μας επιτρέπει να καταλάβουμε πως από αυτή τη γλώσσα σχηματίζεται η συνείδηση του εγώ, που δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να αυτό-καθοριστεί». (9)

joseph-beuys1Οι Γερμανοί έχουν λοιπόν ως υποχρέωση στον κόσμο να υλοποιήσουν την ουσία του πνεύματος της γλώσσας τους που είναι η μορφοποίηση της συνείδησης, δηλαδή η βεβαίωση του εγώ μέσα από τον αυτοπροσδιορισμό και ως αυτοπροσδιορισμός.

Η αυτό-επιβεβαίωση δηλαδή μέσα από τη γλώσσα και το έδαφος επέρχεται με την έκθεση του σχήματος.

Γι’ αυτό η οικολογία είναι και αυτή επίσης υποχρέωση του γερμανικού λαού, είναι η σχηματοποίηση του εδάφους και του περιβάλλοντος, δηλαδή είναι συγχρόνως η απάντηση του γερμανικού λαού στο κάλεσμα της ουσίας του αλλά και η διατήρηση αυτής της ουσίας –αναγκαία για την αιώνια ανάσταση της σχηματοποίησης.

Η κοινωνική πλαστική του Beuys είναι λοιπόν η γενικευμένη και εξαγνισμένη «σχηματοποίηση, δηλαδή σκοπός του γερμανικού λαού που εκτίθεται μέσα από την εργασία, του, με μια καλή γλυπτική, μια εξαίρετη εικόνα, ένα αυτοκίνητο που δεν αλλοιώνει το περιβάλλον, μια καλή και υγιή πατάτα, ένα υγιές ψάρι που ψαρεύει ο ψαράς από τη θάλασσα»(10)

Αυτή η οικολογία διαπιστώνουμε ότι δεν διαφοροποιείται από αυτό που δίνεται στον άνθρωπο και απ’ αυτό που παράγει ο ίδιος.

Το ψάρι, η πατάτα, το αμάξι και η εικόνα εκλαμβάνονται ως προϊόντα της ανθρώπινης εργασίας, προϊόν μιας κουλτούρας από την οποία θα ξαναγεννηθεί και θα εξαπλωθεί η σχηματοποίηση.

Παράλληλα αυτή η διευρυμένη έννοια της τέχνης, η γενικευμένη μορφοποίηση καθιστά ανεκμετάλλευτη την πολιτική έννοια. «Εγώ ασχολούμαι μόνο με την αναπαράσταση, με το σχήμα και ενώ σου δηλώνω ότι δεν έχω καμία σχέση με την πολιτική, ασχολούμαι με την εκπαίδευση του κόσμου ως γλυπτική». (11)

Κατά συνέπεια, μπορούμε να υποθέσουμε ότι, αφού η ουσία του γερμανικού λαού βρίσκεται μέσα στην ευφυΐα της γλώσσας του, αφού αυτή η γλώσσα δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να αυτό-προσδιοριστεί, δηλαδή να διαχειριστεί  αυτός ο ίδιος όλους τους τόπους παραγωγής, είναι ακριβώς αυτή η έννοια της αυτοδιαχείρισης που καθιστά ετοιμόρροπη την πολιτική.

Με άλλα λόγια, αυτό που σημειώνει ο Beuys είναι ότι η πολιτική οφείλει να εξαφανιστεί προς όφελος της γλώσσας ή ακόμα καλύτερα, η πολιτική συναντά στη γλώσσα το δάσκαλο της, αφού σε αυτήν –τη γλώσσα-, ο λαός βρίσκει τα όργανα της αυτό-εκπαίδευσής του, του αυτό-καθορισμού του και της αυτοδιαχείρισης του.

Αυτό σημαίνει ότι, η αυτό -επιβεβαίωση του εγώ, μέσα από τη γλώσσα και το έδαφος, όπως ήδη αναφέραμε, είναι το τέλος της «πολιτικής» αλλά και η αρχή της κοινωνικής τέχνης.

«Μια κοινωνική τέχνη σημαίνει να καλλιεργήσουμε τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων σχεδόν ως πράξη ζωής». (12)

Andy Warhol Joseph Beuys Munich 1980.jpg

Andy Warhol και Joseph Beuys, Μόναχο 1980

Κοινωνική τέχνη δεν είναι όμως η ίδια η δραστηριότητα του Beuys;

Χωρίς αμφιβολία ο Beuys ανήκει σ’ αυτόν τον χρόνο που η τέχνη αναγνωρίζεται λιγότερο σε αυτό που ονομάζει ο Blanchot «παρουσία ενός παραγόμενου αντικειμένου» παρά σ’ αυτή καθεαυτή την παραγωγική δραστηριότητα.

«Η έννοια της διευρυμένης τέχνης είναι η επιβεβαίωση της παραγωγικής και μεταλλασσόμενης ενέργειας του ανθρώπου ως την ύψιστη ουσία του. Είναι μια αντίληψη που προέρχεται από ένα μακρινό ιστορικό παρελθόν  και η οποία επανέρχεται ως μέλλον, αυτού του ανθρώπου που απέκτησε συνείδηση». (13)

Δεν είναι όμως αυτή η παραγωγική και μεταλλασσόμενη ενέργεια που από τη στιγμή που εκτίθεται και επιβεβαιώνει την παρουσία της αποτελεί, πλέον, για κάθε αντικείμενο όργανο ή μέσο της δραστηριότητάς του, μέχρι που καταλήγει αυτή η ίδια να γίνεται μέσο της διαιώνισης του;

Αυτήν την καλλιτεχνική δραστηριότητα ο Beuys την αναγνώρισε στην ανθρώπινη εργασία και κατέληξε ότι κάθε άνθρωπος έπρεπε να αφιερωθεί στον εαυτό του ώστε να αγγίξει την ύψιστη ελευθερία ή την απόλυτη αυτονομία.

Αλλά αυτή η «κοινωνική» του πλαστικότητα δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι, η υποταγή του κόσμου και του ανθρώπου μειώνεται με το που περικλείεται ως όργανο της ελεύθερης άσκησής του.

Η διευρυμένη έννοια της τέχνης ταυτιζόμενη, γενικά, με την ανθρώπινη εργασία κάνει αυτήν την δραστηριότητά της όργανο και αυτοσκοπό.

Γι’ αυτό δεν  θα μπορέσει «να καταστήσει ετοιμόρροπη την έννοια της πολιτικής ή να εμπλακεί σ’ αυτή την αυτό-διάσωση, που απετέλεσαν στοιχεία του ναζιστικού καθεστώτος, ταυτίζοντας την πολιτική δραστηριότητά του με την καλλιτεχνική». (14)

Οι Έλληνες, σημείωνε η Hannah Arendt, παρόλο που θαύμαζαν τα προϊόντα της τέχνης διατηρούσαν ωστόσο μια μεγάλη καχυποψία για την κατασκευή της, διότι το πνεύμα «βάναυσος» ή αυτό του κατασκευαστή είναι ένας φιλιστινισμός «που καθορίζει και οργανώνει οτιδήποτε αποκτά ένα ρόλο κατά τη διαδικασία –το υλικό, τα εργαλεία, τη δραστηριότητα των ίδιων, μέχρι και τα άτομα που συμμετέχουν, όλα απλώς γίνονται μέσο για τον σκοπό»(15).

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι ο Beuys οραματίστηκε μια γλώσσα η οποία θα ήταν η απαρχή του αυτο-προσδιορισμού, της αυτο-συνείδησης, της σκέψης, της ιδέας, της γλυπτικής, της αυτο-διάθεσης. Δηλαδή, της ελευθερίας του εγώ.

joseph-beuys-by-gerd-ludwig-06

  1. Pour la mort de Joseph Beuys, essais, Discours International, Bonn 1986, p. 31
  2. Revue Canal, no 58-59, p. 8
  3. idem
  4. idem, p.9
  5. Beuys, « Discours sur mon pays : L’Allemagne », p. 37
  6. idem, p. 38
  7. idem, p.39
  8. 39
  9. idem, p. 4
  10. idem, p.55
  11. Συνέντευξη του Joseph Beuys και τον Achille Bonito Oliva, Juin 1984 in B. Lancarche, Vadel, p.26
  12. Συνέντευξη του Joseph Beuys και την Hagen Lieberdnecht, catalogue des dessins de Joseph Beuys, ek. Shimer, Cologne 1972, p. 16
  13. Discours sur mon pays : l’Allemagne, p.47
  14. Lionel Richard, La Culture, éd. Maspero, Paris, 1978, p. 188-189
  15. Hannah Arendt, La crise de culture, éd. Gallimard, Paris 1972, p. 276

* Πρώτη δημοσίευση: Νέα της Τέχνης, νο 63, 1997

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Εικαστικά

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

 


Στο:Εικαστικά, Uncategorized Tagged: Hannah Arendt, Δωροθέα Κοντελετζίδου, εικαστικά, Joseph Beuys, Kounellis, Marcel Duchamp, Mario Merz

from dimart http://ift.tt/2dEAdsW
via IFTTT